Η πρόταση για την ενίσχυση του ρόλου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εποπτεία των αποφάσεων του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, που προωθείται από την κυβέρνηση, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και προβληματισμούς, με τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα, κ. Γιώργο Σαυρίδη, να εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις. Το ζήτημα, που αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου νομοθετικού πακέτου για την αναδιάρθρωση του εισαγγελικού θεσμού, εγείρει, κατά τον κ. Σαυρίδη, «σοβαρές συνταγματικές ενστάσεις».
Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, που εξετάζονται από την Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων της Βουλής, στοχεύουν στον διαχωρισμό των πολλαπλών αρμοδιοτήτων του Γενικού Εισαγγελέα. Προβλέπεται η δημιουργία δύο διακριτών θέσεων: του Γενικού Εισαγγελέα, που θα εστιάζει στην παροχή νομικών συμβουλών προς την κυβέρνηση, και του Διευθυντή Δημοσιών Κατηγοριών (ΔΔΚ), ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για την ποινική δίωξη. Η διάκριση αυτή, σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, θα επιφέρει και διαφοροποιημένους μηχανισμούς προσφυγής κατά των αποφάσεων των δύο αξιωμάτων.
Στο ισχύον πλαίσιο, οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα απολαμβάνουν σημαντικής αυτονομίας από εξωτερικές ελέγχους. Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση, όμως, εισάγει μια ριζική αλλαγή. Το κύριο σημείο τριβής, όπως το έθεσε ο κ. Σαυρίδης, αφορά τον προτεινόμενο δρόμο έφεσης για τις αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα. Το νομοσχέδιο ορίζει ότι οι εν λόγω εφέσεις θα απευθύνονται απευθείας στον Άρειο Πάγο. Αντίθετα, οι προσφυγές κατά των αποφάσεων του ΔΔΚ θα εξετάζονται αρχικά από εσωτερική επιτροπή της Νομικής Υπηρεσίας, με τον Άρειο Πάγο να αποτελεί δευτερεύοντα δίαυλο προσφυγής.
Ο κ. Σαυρίδης, κατά τις συζητήσεις του με την κοινοβουλευτική επιτροπή, υπογράμμισε τους «σοβαρούς λόγους» που καθιστούν απαραίτητη την προσεκτική επανεξέταση της προτεινόμενης διαδικασίας ελέγχου. Τόνισε την επιτακτική ανάγκη για τη θέσπιση ενός εύρωστου και αδιαμφισβήτητου συστήματος ελέγχου για το μέλλον. Παραδεχόμενος τον στόχο της κυβέρνησης για ενίσχυση της λογοδοσίας, ο Γενικός Εισαγγελέας επεσήμανε ότι οι συζητήσεις δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε οριστική συναίνεση. «Το ζήτημα πρέπει να επιλυθεί μέσω της ορθής διαδικασίας και στο σωστό επίπεδο, ώστε να διαμορφωθεί ένα ισχυρό και αδιαμφισβήτητο σύστημα ελέγχου για το μέλλον», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Σαυρίδης, δίνοντας έμφαση στη σοβαρότητα του θέματος.
Η προτεινόμενη διάσπαση των αρμοδιοτήτων του Γενικού Εισαγγελέα επεκτείνεται και στον ορισμό βοηθών για τις δύο νέες θέσεις. Αυτή η αναδιάρθρωση σηματοδοτεί μια σημαντική απόκλιση από την καθιερωμένη νομική αρχιτεκτονική της Κύπρου, με στόχο την σαφέστερη οριοθέτηση των συμβουλευτικών λειτουργιών από τις διωκτικές αρμοδιότητες. Το σκεπτικό της κυβέρνησης πίσω από αυτές τις μεταρρυθμίσεις είναι, προφανώς, η αντιμετώπιση κριτικών σχετικά με τη συγκέντρωση εξουσίας και η εισαγωγή διαφανέστερων μηχανισμών ελέγχου και ισορροπιών.
Ωστόσο, ο συγκεκριμένος μηχανισμός παρέμβασης του Αρείου Πάγου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του Γενικού Εισαγγελέα έχει αναδειχθεί σε κεντρικό σημείο της συζήτησης. Ερωτήματα εγείρονται, από επικριτές όπως ο κ. Σαυρίδης, κατά πόσον η απευθείας αναθεώρηση από τον Άρειο Πάγο συνάδει με τη συνταγματική διάκριση των εξουσιών και την ανεξαρτησία της Νομικής Υπηρεσίας. Ο πιθανός αντίκτυπος αυτών των μεταρρυθμίσεων μπορεί να είναι ευρύτατος, αλλάζοντας θεμελιωδώς το τοπίο της νομικής διακυβέρνησης και της λογοδοσίας στη Δημοκρατία της Κύπρου. Η τελική μορφή αυτών των αλλαγών, και ο ακριβής ρόλος του δικαστικού σώματος στην εποπτεία των εκτελεστικών νομικών λειτουργιών, παραμένει αντικείμενο διαρκούς διαβούλευσης.