**Αθήνα, [Σημερινή Ημερομηνία]** – Μετά από πάνω από δύο δεκαετίες ατέρμονων διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να κάνει ένα αποφασιστικό βήμα για την οριστικοποίηση μιας συμφωνίας-ορόσημου με την Mercosur, την οικονομική ένωση της Νότιας Αμερικής. Η πολιτική στήριξη που εξασφαλίστηκε από την ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών την Παρασκευή, ωθεί την Ένωση και την Mercosur πιο κοντά στη δημιουργία μιας εκτεταμένης οικονομικής συνεργασίας που θα αφορά περίπου 700 εκατομμύρια ανθρώπους. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν πέρασε χωρίς αντιδράσεις, με ορισμένες χώρες να εκφράζουν επιφυλάξεις, κυρίως λόγω ανησυχιών για τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων και τις πιθανές επιπτώσεις στους εγχώριους παραγωγούς.
Η προτεινόμενη συμφωνία, που εκκρεμεί εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, φιλοδοξεί να σφυρηλατήσει μια ουσιαστική εμπορική ζώνη μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Mercosur – Βραζιλίας, Αργεντινής, Παραγουάης και Ουρουγουάης. Οι υποστηρικτές του συμφώνου κάνουν λόγο για σημαντικά οικονομικά οφέλη, όπως η μείωση των δασμών σε μια σειρά εξαγωγών της ΕΕ, όπως το κρασί και το τυρί, διευρύνοντας έτσι την πρόσβαση στην αγορά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Επιπλέον, αναμένεται να τονωθούν οι εμπορικές ροές και να δοθεί σημαντική ώθηση στους τομείς της ναυτιλίας και των logistics, ειδικά για περιοχές όπως η Κύπρος.
Προκειμένου να κατευναστούν οι φόβοι για μια εισροή ανταγωνιστικών σε τιμή αγροτικών προϊόντων από τη Νότια Αμερική, οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι ενέκριναν την εφαρμογή μηχανισμών ασφαλείας. Αυτές οι διατάξεις στοχεύουν στη διαχείριση τυχόν απότομων αυξήσεων των εισαγωγών, προσφέροντας ένα επίπεδο προστασίας στους Ευρωπαίους αγρότες. Παράλληλα, έχουν δεσμευτεί σημαντικά κεφάλαια, που ανέρχονται σε δισεκατομμύρια ευρώ, για την υποστήριξη του αγροτικού τομέα σε όλη την Ένωση, γεγονός που υπογραμμίζει την ευαισθησία αυτής της πτυχής της συμφωνίας.
Παρά τις παραχωρήσεις, οι αντιδράσεις επιμένουν. Η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία εξέφρασαν τη διαφωνία τους, επισημαίνοντας τις ανησυχίες τους για τις πιθανές επιπτώσεις στις αγροτικές τους βιομηχανίες. Το Βέλγιο επέλεξε την αποχή, δηλώνοντας μια πιο διακριτική στάση. Η Ιταλία, μετά από μια αρχική καθυστέρηση, τελικά ψήφισε υπέρ. Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αναμένεται να ταξιδέψει στην Παραγουάη την επόμενη εβδομάδα για την επίσημη υπογραφή της συμφωνίας, εφόσον δεν προκύψουν περαιτέρω επίσημες αντιρρήσεις από τις πρωτεύουσες της ΕΕ πριν από το τέλος της Παρασκευής.
Ο σκεπτικισμός πίσω από αυτή την ανανεωμένη ώθηση για μια ολοκληρωμένη εμπορική συμφωνία υπερβαίνει τις αμιγώς οικονομικές εκτιμήσεις. Σε μια στρατηγική κίνηση, η ΕΕ φαίνεται να επιδιώκει να αντισταθμίσει την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στη Λατινική Αμερική. Ενισχύοντας τους οικονομικούς της δεσμούς, η Ένωση στοχεύει στην προώθηση μεγαλύτερης σταθερότητας και προβλέψιμης πρόσβασης στην αγορά για τις εξαγωγικά εξαρτώμενες οικονομίες της, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τον εαυτό της ως έναν αξιόπιστο και εδραιωμένο εταίρο σε μια περιοχή που γίνεται όλο και περισσότερο αντικείμενο προσέγγισης από παγκόσμιες δυνάμεις.
Ωστόσο, για ορισμένα τμήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας, ιδίως για μικρότερες αγροτικές εκμεταλλεύσεις, η προοπτική αυξημένου ανταγωνισμού από φθηνότερες εισαγωγές από τη Νότια Αμερική παραμένει μια απτή ανησυχία. Στην Κύπρο, για παράδειγμα, αγρότες και παραγωγοί τροφίμων έχουν εκφράσει την ανησυχία τους για τον πιθανό αντίκτυπο στα μέσα διαβίωσής τους, ακόμη και αν η ευρύτερη οικονομία αναμένει οφέλη για τις υποδομές ναυτιλίας και logistics. Η συμφωνία, μόλις υπογραφεί, θα εξακολουθεί να απαιτεί επικύρωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ενδεχομένως από τα επιμέρους εθνικά κοινοβούλια, μια διαδικασία που θα μπορούσε να φέρει στο φως περαιτέρω συζητήσεις και ελέγχους. Η τελική επιτυχία και η ευρεία αποδοχή αυτής της πολυαναμενόμενης εμπορικής συμφωνίας θα εξαρτηθούν αναμφίβολα από την ικανότητά της να εξισορροπήσει την οικονομική φιλελευθεροποίηση με την προστασία των ευάλωτων εγχώριων τομέων.