**Λευκωσία, Κύπρος** – Η πρόσφατη συνεδρίαση του Συμβουλίου Κοινωνικών Εταίρων ανέδειξε, για άλλη μια φορά, τη βαθιά ρήξη μεταξύ κυβέρνησης και συνδικαλιστικών οργανώσεων, με δύο καίρια ζητήματα στο επίκεντρο: την αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος και τις αναπροσαρμογές του κατώτατου μισθού. Ενώ η κυβέρνηση προκρίνει μια σταδιακή υλοποίηση των συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων, αποφεύγοντας τις μακροχρόνιες και συχνά αδιέξοδες διαβουλεύσεις, οι εργοδότες παραμένουν αμετακίνητοι στο θέμα του κατώτατου μισθού, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι δεν επιθυμούν καμία αλλαγή πριν το 2028. Αυτή η αδιαλλαξία έχει ωθήσει τα συνδικάτα σε μια πιο δυναμική στάση, διεκδικώντας απευθείας συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Η κυβερνητική στρατηγική για τις συντάξεις, όπως αυτή αποτυπώθηκε στη συνεδρίαση, στοχεύει στην επίτευξη απτών προόδων μέσω μικρών, διαδοχικών βημάτων. Πρόκειται για μια «ρεαλιστική» προσέγγιση, που αποσκοπεί στο να μην «μπλέξει» ολόκληρο το πακέτο των μεταρρυθμίσεων σε ατέρμονες συζητήσεις που θα μπορούσαν να το εκτροχιάσουν.
Ωστόσο, ο δεύτερος πυλώνας της ατζέντας, ο κατώτατος μισθός, αποδεικνύεται «πολύ πιο δύστροπος». Παρόλο που το Συμβούλιο Κοινωνικών Εταίρων ετοιμάζεται να εμβαθύνει στις συζητήσεις για την ωριαία απόδοση του κατώτατου μισθού – ένα κρίσιμο μέτρο για την επάρκειά του – η θεμελιώδης απόσταση μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων παραμένει αγεφύρωτη. Τα συνδικάτα, επικαλούμενα συστάσεις επιτροπής που έδειχναν ένα πιθανό ανώτατο όριο στα €1.115, εξέφρασαν έντονη δυσαρέσκεια για τον τελικό καθορισμένο κατώτατο μισθό, θεωρώντας τον ανεπαρκή για να καλύψει το αυξανόμενο κόστος ζωής. Αυτό το αίσθημα τροφοδοτεί την επιμονή τους για συνάντηση με τον Πρόεδρο, προκειμένου να εκθέσουν τις ανησυχίες τους απ’ ευθείας.
Από την άλλη πλευρά, η εργοδοτική πλευρά έχει υιοθετήσει αμετακίνητη στάση, δηλώνοντας ρητά ότι δεν προτίθεται να εξετάσει καμία τροποποίηση στην τρέχουσα δομή του κατώτατου μισθού πριν την επόμενη προγραμματισμένη αναθεώρηση το 2028. Αυτή η αδιάλλακτη θέση «παγώνει» οποιαδήποτε άμεση προοπτική αύξησης, μεταθέτοντας την ευθύνη στις μελλοντικές οικονομικές συνθήκες και τις νομοθετικές αναθεωρήσεις. Ο Υπουργός Εργασίας, κ. Μαρίνος Μουσίουττας, επιβεβαίωσε ότι οι συζητήσεις για την ωριαία απόδοση του κατώτατου μισθού αναμένεται να ξεκινήσουν άμεσα το 2026, μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Επιπλέον, η Επιτροπή Επαναπροσδιορισμού Κατώτατου Μισθού αναμένεται να επανασυνέλθει του χρόνου για να μελετήσει επιπτωσιολογικές μελέτες στην οικονομική ανάπτυξη και να συζητήσει την σκοπιμότητα σύνδεσης του κατώτατου μισθού με αυτή την ωριαία απόδοση.
Εν μέσω αυτών των διαπραγματεύσεων, ένα νομοσχέδιο που αφορά την επάρκεια του κατώτατου μισθού προωθείται με ταχύ ρυθμό για κατάθεση στη Βουλή. Η επείγουσα φύση αυτής της νομοθεσίας έχει ενισχυθεί από πρόσφατα δεδομένα και μια οδηγία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιοσύνης, απαιτώντας μια γρήγορη και ενδελεχή εξέταση του υφιστάμενου πλαισίου. Η αρμόδια επιτροπή εργάζεται με αξιοσημείωτη ταχύτητα, στοχεύοντας στην παρουσίαση ενός τελικού νομοσχεδίου στους βουλευτές στο εγγύς μέλλον.
Το άμεσο μέλλον, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από ένα διχασμένο τοπίο. Από τη μία, η κυβέρνηση φαίνεται έτοιμη να κάνει σταδιακά βήματα στις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις, μια διαδικασία που πιθανότατα θα ξεδιπλωθεί μέσω μιας σειράς μετρημένων κινήσεων. Από την άλλη, η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, με τα συνδικάτα να αναμένουν απάντηση στο αίτημά τους για προεδρική συνάντηση εντός της ερχόμενης εβδομάδας, ενώ οι εργοδότες παραμένουν σταθεροί στη διατήρηση του status quo μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να φέρουν συνεχείς νομοθετικές προσπάθειες για την επάρκεια του κατώτατου μισθού, παράλληλα με τις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις για μια πιο δίκαιη δομή μισθών για τους χαμηλόμισθους.