**Λευκωσία, Κύπρος** – Ένα τρίγωνο αντιπαράθεσης κλιμακώνεται στην Κύπρο, καθώς οι μεγαλύτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις (ΣΕΚ, ΠΕΟ, ΔΕΟΚ) κατέθεσαν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, ένα ουσιαστικό μνημόνιο με τέσσερις βασικές διεκδικήσεις. Αυτές σηματοδοτούν ενδεχόμενες εργασιακές αναταραχές, με το βλέμμα στραμμένο ήδη προς το 2026. Οι συνδικαλιστές επιδιώκουν έναν θεμελιώδη επανακαθορισμό του εργασιακού τοπίου της χώρας, από την καθιέρωση κατώτατου ωρομίσθιου μέχρι την ευρεία εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Η πρόσφατη αύξηση του εθνικού κατώτατου μισθού κατά 8,8%, φτάνοντας τα €1.088 από €1.000, λίγα έκανε για να κατευνάσει τις ανησυχίες των συνδικάτων. Παρότι αυτή η προσαρμογή, που τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του έτους, θεωρήθηκε παρέμβαση της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου κόστους ζωής, οι συνδικαλιστές υποστηρίζουν ότι δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες ενός σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού. Το μνημόνιο τους, που παραδόθηκε στον Πρόεδρο και τον Υπουργό Εργασίας, Μαρίνο Μουσουττά, υπογραμμίζει την επιθυμία για έναν πιο δυναμικό και ευέλικτο μηχανισμό καθορισμού του κατώτατου μισθού, προτείνοντας συγκεκριμένα ωρομίσθιο, ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα τις μεταβαλλόμενες εργασιακές συνθήκες.
Πέραν των μισθών, τα συνδικάτα προβάλλουν την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων, έναν στόχο που ενθαρρύνεται έντονα από ευρωπαϊκή οδηγία, με σκοπό την προώθηση δίκαιου ανταγωνισμού και την αποτροπή της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Υποστηρίζουν ότι η ευρύτερη εφαρμογή αυτών των συμβάσεων είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση μιας πιο δίκαιης κατανομής των οικονομικών ωφελειών και την εξισορρόπηση του ανταγωνιστικού πεδίου για τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, τα συνδικάτα ζητούν στρατηγική αναθεώρηση των πολιτικών απασχόλησης όσον αφορά τους υπηκόους τρίτων χωρών και την εύρωστη εφαρμογή του συστήματος παρακολούθησης της εργασίας «Εργάνη 2», ενός μέτρου που αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαφάνειας και της συμμόρφωσης στον τομέα της απασχόλησης.
Από την άλλη, οι εργοδοτικές οργανώσεις, όπως το Κυπριακό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο (ΚΕΒΕ) και η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ), έχουν εκφράσει ισχυρή αντίθεση στο άνοιγμα συμφωνιών που έχουν ήδη οριστικοποιηθεί. Ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ, Μιχάλης Αντωνίου, εξέφρασε την ανησυχία ότι η επιβολή ποσοστού κάλυψης 80% για τις συλλογικές συμβάσεις θα μπορούσε να προκαλέσει αστάθεια στο υφιστάμενο πλαίσιο εργασιακών σχέσεων. Η Ένωση Εργοδοτών, μέσω του προέδρου της Μετίν Αρχούν, έχει τονίσει το δυσμενές οικονομικό κλίμα, επιδεινωμένο από τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή και τον επίμονο πληθωρισμό, που επιβαρύνουν σημαντικά τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά. Ο κ. Αρχούν προειδοποίησε κατά της μονοδιάστατης εστίασης στις αυξήσεις μισθών, δηλώνοντας: «Ο κατώτατος μισθός, όπως υποδηλώνει και η ονομασία του, είναι ο χαμηλότερος μισθός· δεν είναι μισθός διαβίωσης». Τόνισε την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση στις οικονομικές προκλήσεις, προτείνοντας ολοκληρωμένα μέτρα που εκτείνονται πέρα από απλές μισθολογικές προσαρμογές.
Μια επιπλέον πτυχή στην εξελισσόμενη συζήτηση αποτελεί η μεταρρύθμιση των συντάξεων, ένα θέμα του οποίου η πρόοδος αναβλήθηκε για το 2025. Στόχος της κυβέρνησης είναι η διασφάλιση της μακροπρόθεσμης χρηματοοικονομικής βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενισχύοντας ταυτόχρονα τις συνταξιοδοτικές παροχές για συνταξιούχους χαμηλού εισοδήματος. Η Επιτροπή Καθορισμού Κατώτατου Μισθού συνήλθε πρόσφατα στην δεύτερη συνεδρίασή της, με την κρίσιμη ευθύνη του καθορισμού του κατώτατου μισθού για το πρώτο εξάμηνο του 2026, μια διαδικασία που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο αυξημένων προσδοκιών και εδραιωμένων θέσεων.
Η επερχόμενη περίοδος αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμη καμπή για την αγορά εργασίας της Κύπρου. Η συντονισμένη προσπάθεια των συνδικάτων για συστημικές μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με τις επιφυλάξεις των εργοδοτών σχετικά με πιθανές αναταραχές, θέτει την κυβέρνηση σε έναν λεπτό διαμεσολαβητικό ρόλο. Το αποτέλεσμα αυτών των διαπραγματεύσεων θα καθορίσει όχι μόνο τις άμεσες εργασιακές συνθήκες, αλλά και τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν την κρατική παρέμβαση έναντι των δυνάμεων της αγοράς στο οικονομικό μέλλον της χώρας. Όπως εύστοχα σημείωσε ο Μετίν Αρχούν της Ένωσης Εργοδοτών: «Πρέπει να σκεφτόμαστε μαζί και να δρούμε συλλογικά όσο το δυνατόν περισσότερο», μια δήλωση που περικλείει την επιτακτική ανάγκη για συνεργατική επίλυση προβλημάτων, προκειμένου να πλοηγηθούμε στις σύνθετες προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας.