Η Ουάσιγκτον, εξαγγέλλοντας ένα πακέτο ανθρωπιστικής βοήθειας ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έχει πυροδοτήσει μια έντονη συζήτηση για το μέλλον της διεθνούς βοήθειας και την άρρηκτη σχέση της με γεωπολιτικές επιταγές. Η δέσμευση, όπως ανακοινώθηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, συνδέεται άμεσα με μια ριζική αναμόρφωση των μηχανισμών βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών, με έμφαση στην αποτελεσματικότητα και την εξάλειψη της σπατάλης. Ωστόσο, η κατανομή της βοήθειας περιορίζεται σε δεκαεπτά συγκεκριμένες χώρες, αφήνοντας εκτός, και αυτό είναι καίριο, τις χρόνιες ανθρωπιστικές κρίσεις σε Αφγανιστάν και Υεμένη, εγείροντας ανησυχίες για την πολιτικοποίηση της διανομής της.
Η πρωτοβουλία των ΗΠΑ επιβάλλει τη διοχέτευση των κονδυλίων μέσω ενός κοινού μηχανισμού υπό τη διαχείριση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (OCHA), μια αλλαγή από προηγούμενα μοντέλα εκταμιεύσεων. Αυτή η στρατηγική κίνηση, σύμφωνα με τους υποστηρικτές, αποσκοπεί στην απλοποίηση των διαδικασιών και στη διασφάλιση μεγαλύτερης λογοδοσίας. Οι επικριτές, όμως, όπως η ανεξάρτητη ερευνήτρια Themrise Khan, εκφράζουν φόβους ότι αυτή η συγκέντρωση εξουσίας θα μπορούσε να καταστήσει τον ΟΗΕ υπερβολικά υποτελή στους αμερικανικούς στόχους εξωτερικής πολιτικής. Η Khan υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο σύστημα κινδυνεύει να υπονομεύσει την ικανότητα του οργανισμού για αντικειμενικές ανθρωπιστικές εκτιμήσεις, με κίνδυνο να "υποκλίνεται ουσιαστικά σε μία μόνο δύναμη, χωρίς να είναι πραγματικά πιο αντικειμενικός".
Η συγκυρία της ανακοίνωσης συμπίπτει με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις στη Δυτική Αφρική, ιδίως στη Γουινέα, όπου ο ηγέτης της χούντας Mamady Doumbouya ανακηρύχθηκε νικητής των προεδρικών εκλογών. Τα επίσημα προκαταρκτικά αποτελέσματα, αν και εντυπωσιακά, σκιάζονται από έντονη αμφισβήτηση. Η αντιπολίτευση, αποκλεισμένη από τη διαδικασία, έκανε λόγο για "φάρσα" και κάλεσε σε μποϊκοτάζ. Ο Doumbouya, που κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα το 2021, είχε υποσχεθεί επιστροφή στην πολιτική διακυβέρνηση, αλλά η απόφασή του να διεκδικήσει την προεδρία, παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις, έχει προκαλέσει οργή.
Η εξαίρεση του Αφγανιστάν και της Υεμένης, ενώ περιλαμβάνονται χώρες όπως το Σουδάν, η Αϊτή, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής, υπογραμμίζει την πιθανότητα τα στρατηγικά συμφέροντα της Ουάσιγκτον να επηρεάζουν κατά πολύ την κατανομή των ανθρωπιστικών πόρων. Αυτή η αναπροσαρμογή της στρατηγικής βοήθειας από τις ΗΠΑ παρουσιάζει μια διπλή πρόκληση. Από τη μία, η επιδίωξη της αποτελεσματικότητας και η μείωση της σπατάλης είναι ένας αξιέπαινος στόχος. Από την άλλη, οι αυστηροί όροι και η επιλεκτική εστίαση εγείρουν βαθιά ερωτήματα για την αυτονομία και την αμεροληψία των διεθνών ανθρωπιστικών φορέων. Ο κίνδυνος ο ΟΗΕ να θεωρηθεί εργαλείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αντί ανεξάρτητος κριτής των ανθρωπιστικών αναγκών, μπορεί να διαβρώσει την αξιοπιστία του. Η κατάσταση στη Γουινέα, με την αμφισβητούμενη εκλογική διαδικασία, επιδεινώνει το τοπίο, αναδεικνύοντας την περίπλοκη σχέση μεταξύ πολιτικής σταθερότητας, εκλογικής ακεραιότητας και δίκαιης κατανομής της διεθνούς στήριξης.