Η απόφαση του ισραηλινού υπουργικού συμβουλίου για την επίσημη έγκριση 19 νέων οικισμών στη Δυτική Όχθη, μια κίνηση που έχει πυροδοτήσει σφοδρές διεθνείς αντιδράσεις, φαντάζει ως το κερασάκι στην τούρτα μιας πολιτικής που απομακρύνει οριστικά την προοπτική λύσης δύο κρατών. Πίσω από αυτή την επέκταση, που αποτελεί προμετωπίδα για τους ακροδεξιούς υπουργούς, κρύβεται μια ξεκάθαρη στρατηγική: να γίνει ο τάφος για την ίδρυση ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ενός ονείρου που τρέφει εδώ και δεκαετίες η παλαιστινιακή ηγεσία και αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο κάθε ειρηνευτικής προσπάθειας. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια στιγμή που η σύγκρουση στη Γάζα κορυφώνεται, με μια ανθρωπιστική κρίση να λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις, ενώ παράλληλα, οι εξαγωγές ισραηλινών αμυντικών συστημάτων σπάνε όλα τα ρεκόρ.
Οι οικισμοί, που η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει ως παράνομους, αποτελούν εδώ και καιρό την αγκάθι στα πλευρά των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση, και συγκεκριμένα πρόσωπα όπως ο υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς, έχουν δώσει έναν ιλιγγιώδη ρυθμό σε αυτή την πολιτική από το 2022. Δεν πρόκειται πλέον για απλές εγκρίσεις, αλλά για την επίσημη νομιμοποίηση παράνομων μέχρι πρότινος φυτωρίων, τα οποία πλέον «μετονομάζονται» σε «γειτονιές» υφιστάμενων οικισμών. Με αυτή την τελευταία δόση, ο αριθμός των οικισμών που έχει εγκρίνει αυτή η κυβέρνηση φτάνει τους 69, ένα ανησυχητικό νούμερο που μαρτυρά μια αποφασισμένη προσπάθεια εδραίωσης της ισραηλινής κυριαρχίας σε εδάφη που προορίζονται για μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών γύρω από την Ανατολική Ιερουσαλήμ, που οραματίζονται οι Παλαιστίνιοι ως πρωτεύουσά τους.
Αυτή η επιθετική επέκταση των οικισμών συντελείται παράλληλα με τον καταστροφικό πόλεμο στη Γάζα, που ξέσπασε τον Οκτώβριο του 2023. Η σύγκρουση όχι μόνο έχει εντείνει την βία στα κατεχόμενα εδάφη, αλλά έχει επίσης ενισχύσει τους φόβους ότι η εδραίωση των οικισμών θα υπονομεύσει ανεπανόρθωτα τη βιωσιμότητα ενός κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους. Εν τω μεταξύ, το Υπουργείο Υγείας της Γάζας εκπέμπει SOS για κρίσιμες ελλείψεις σε βασικά ιατρικά εφόδια. Σύμφωνα με αναφορές, 321 είδη της λίστας με τα απαραίτητα φάρμακα έχουν εξαντληθεί, ποσοστό 52% έλλειψης, ενώ τα ιατρικά αναλώσιμα αντιμετωπίζουν μια ζοφερή πραγματικότητα με 71% έλλειψη, δηλαδή 710 είδη είναι εκτός αποθέματος. Επίσης, οι προμήθειες για εργαστήρια και τράπεζες αίματος είναι σε οριακά χαμηλά επίπεδα, με έλλειψη 59%. Αυτές οι ελλείψεις, επιδεινούμενες από τους περιορισμούς στην είσοδο ζωτικής βοήθειας, απειλούν εκατοντάδες χιλιάδες ασθενείς με αδυναμία πρόσβασης σε επείγουσα περίθαλψη, χειρουργικές επεμβάσεις και εντατική θεραπεία.
Παραδόξως, ενώ η ανθρωπιστική κατάσταση στη Γάζα επιδεινώνεται, οι ισραηλινές αμυντικές εταιρείες καταγράφουν πρωτοφανή οικονομική επιτυχία. Το 2024, οι εταιρείες αυτές σημείωσαν ρεκόρ εσόδων, με τις εξαγωγές αμυντικού υλικού του Ισραήλ να αυξάνονται κατά 13%, φτάνοντας σχεδόν τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια. Πύραυλοι, ρουκέτες και συστήματα αεράμυνας, προϊόντα που συχνά διαφημίζονται ως «δοκιμασμένα στη μάχη» μέσα από την πύρινη κόλαση της σύγκρουσης στη Γάζα, παρουσιάζουν σημαντική αύξηση στη ζήτηση. Περισσότερο από το ήμισυ αυτών των εξαγωγών κατευθύνεται σε ευρωπαϊκούς στρατούς, με την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, με επικεφαλής την Ινδία, να αποτελεί επίσης σημαντική αγορά. Αυτή η άνθιση στο εμπόριο όπλων έρχεται σε μια περίοδο που το Ισραήλ αντιμετωπίζει έντονο διεθνή έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων κατηγοριών για γενοκτονία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και πιθανών ενταλμάτων σύλληψης για τους αξιωματούχους του από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Ο Antony Loewenstein, συγγραφέας και σχολιαστής για το εμπόριο όπλων, υποστηρίζει ότι το Ισραήλ ουσιαστικά «πουλάει την ιδέα ότι μπορεί να ξεφύγει», υπονοώντας ότι οι στρατιωτικές του ενέργειες αντιμετωπίζονται ως να έχουν ελάχιστες διεθνείς συνέπειες. Ο Shir Hever, ειδικός στο εμπόριο όπλων από το Ισραήλ, εξηγεί περαιτέρω πώς η συνεχιζόμενη σύγκρουση λειτουργεί ως ισχυρό εργαλείο μάρκετινγκ, οδηγώντας τη ζήτηση για ισραηλινά όπλα. Η σύγκλιση της επιταχυνόμενης επέκτασης των οικισμών, μιας βαθύτερης ανθρωπιστικής καταστροφής στη Γάζα και μιας ακμάζουσας αμυντικής βιομηχανίας, σκιαγραφεί μια ζοφερή εικόνα των σημερινών πραγματικοτήτων στη σύγκρουση Ισραήλ-Παλαιστίνης, περιπλέκοντας περαιτέρω κάθε πιθανή πορεία προς μια διαρκή και δίκαιη επίλυση.