**Αμπούτζα, Νιγηρία** – Μια αίσθηση βαθιάς ανακούφισης διαπερνά την Πολιτεία Νίγηρ, αλλά και ολόκληρη τη χώρα, καθώς οι νιγηριανές αρχές ανακοίνωσαν την επιτυχή απελευθέρωση της τελευταίας ομάδας 130 μαθητών και προσωπικού που είχαν απαχθεί από το Καθολικό σχολείο της Αγίας Μαρίας στην Παπίρι. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί το οριστικό τέλος ενός από τα πιο οδυνηρά περιστατικά μαζικής απαγωγής στη χώρα, διασφαλίζοντας ότι κανένας μαθητής δεν παραμένει αιχμάλωτος μετά την αρχική αρπαγή στα τέλη Νοεμβρίου.
Ο πολυετής εφιάλτης, κατά τον οποίο περίπου 100 παιδιά είχαν απελευθερωθεί νωρίτερα τον Δεκέμβριο, ολοκληρώνεται πλέον με την επανένωση όλων των εμπλεκομένων με τις οικογένειές τους. Αν και οι λεπτομέρειες γύρω από τους ακριβείς μηχανισμούς που διευκόλυναν αυτές τις απελευθερώσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδιευκρίνιστες, μια κοινή συνισταμένη διακριτικής, κρατικής παρέμβασης φαίνεται να υπήρξε καθοριστική. Ο εκπρόσωπος της προεδρίας, Σάντεϊ Νταρέ, σε δηλώσεις του σε διεθνή μέσα, επιβεβαίωσε ότι η «διάσωση των υπόλοιπων 130 παιδιών και προσωπικού» σημαίνει ότι «κανένας μαθητής δεν έμεινε αιχμάλωτος», μια δήλωση που απηχεί τις νιγηριανές αρχές, περιγράφοντας το αποτέλεσμα ως «στιγμή θριάμβου και ανακούφισης».
Αυτό το τελευταίο κύμα απαγωγών από το Καθολικό σχολείο της Αγίας Μαρίας υπογραμμίζει μια βαθιά ανησυχητική τάση που μαστίζει τη Νιγηρία. Η χώρα συνεχίζει να παλεύει με μια πολυδιάστατη κρίση ασφαλείας, που χαρακτηρίζεται από τη συνεχή απειλή ένοπλων ομάδων που δρουν στα βορειοανατολικά και τον διάχυτο κίνδυνο συμμοριών «ληστών» στα βορειοδυτικά. Αυτές οι εγκληματικές φατρίες καταφεύγουν συχνά σε μαζικές απαγωγές ως τακτική, συχνά για οικονομικό όφελος ή για να σπείρουν ευρεία φοβία και αστάθεια. Η κλίμακα του περιστατικού της Αγίας Μαρίας, με την Χριστιανική Ένωση της Νιγηρίας (CAN) να αναφέρει αρχικό αριθμό 315 μαθητών και προσωπικού που αρπάχθηκαν, και περίπου 50 μαθητές να καταφέρνουν να αποδράσουν κατά την αρχική επίθεση, αναδεικνύει την τολμηρή φύση αυτών των επιχειρήσεων.
Το ταξίδι για τους απελευθερωθέντες μαθητές και το προσωπικό απέχει πολύ από το τέλος. Φέρονται να μεταφέρονται στη Μίνα, την πρωτεύουσα της Πολιτείας Νίγηρ, όπου αναμένεται να φτάσουν άμεσα. Μετά την άφιξή τους, θα υποβληθούν αναμφίβολα σε απαραίτητες ιατρικές και ψυχολογικές αξιολογήσεις, ένα κρίσιμο βήμα μετά την τραυματική τους εμπειρία. Ο μεγάλος αριθμός των ατόμων που εμπλέκονται, και η παρατεταμένη περίοδος αιχμαλωσίας τους, θα απαιτήσουν ολοκληρωμένα συστήματα υποστήριξης για να βοηθήσουν την επανένταξη και την ανάρρωσή τους.
Ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει εξασφαλίσει με αξιέπαινο τρόπο την απελευθέρωση όλων των μαθητών, τα υποκείμενα ζητήματα που τροφοδοτούν αυτές τις απαγωγές παραμένουν. Η έλλειψη διαφάνειας σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απελευθερώσεων, συμπεριλαμβανομένων πιθανών πληρωμών λύτρων, είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό τέτοιων επιχειρήσεων, συχνά δικαιολογούμενο από τις αρχές ως απαραίμητο μέτρο για τη διαφύλαξη μελλοντικών διαπραγματεύσεων και των ζωών των ομήρων. Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη φύση αυτών των περιστατικών προκαλεί επείγουσες εκκλήσεις για πιο στιβαρές και προορατικές στρατηγικές ασφαλείας. Ο κυβερνήτης της Πολιτείας Νασαράουα, Αμπντουλάχι Σουλέ, μεταξύ άλλων περιφερειακών ηγετών, έχει εμπλακεί ενεργά στην αντιμετώπιση των συνεπειών στην ασφάλεια, αλλά η πρόκληση εκτείνεται πολύ πέρα από οποιαδήποτε μεμονωμένη διοίκηση. Η μακροπρόθεσμη λύση θα απαιτήσει μια συντονισμένη και πολυδιάστατη προσέγγιση, αντιμετωπίζοντας τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην εξάπλωση των ένοπλων ομάδων και ενισχύοντας την ικανότητα της χώρας να αποτρέψει την εμφάνιση τέτοιων ειδεχθών εγκλημάτων εξαρχής. Η απελευθέρωση αυτών των 130 ατόμων, αν και αιτία άμεσης πανηγυρισμού, αποτελεί μια σκληρή υπενθύμιση των επίμονων ευπαθειών εντός της αρχιτεκτονικής ασφαλείας της Νιγηρίας.