Το θέαμα Κολομβιανών πρώην στρατιωτικών, αριθμητικά εκατοντάδων, να επιστρατεύονται για να ενισχύσουν τις τάξεις των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF) του Σουδάν, μιας παραστρατιωτικής ομάδας που έχει εμπλακεί σε κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκαλεί σοκ και προβληματισμό. Η αποκάλυψη αυτή έρχεται σε μια στιγμή που οι RSF αντιμετωπίζουν ευρύτατες κατηγορίες για φρικαλεότητες, συμπεριλαμβανομένης της μαζικής σεξουαλικής βίας και της συστηματικής σφαγής αμάχων, στην τρέχουσα σύγκρουση του Σουδάν. Ταυτόχρονα, η ίδια η Κολομβία παλεύει με την κλιμάκωση της βίας, όπως αποδεικνύει η πρόσφατη θανατηφόρα επίθεση από την ανταρτική ομάδα Ejército de Liberación Nacional (ELN), υπογραμμίζοντας τις επίμονες εσωτερικές προκλήσεις ασφαλείας της χώρας.
Η εμπλοκή Κολομβιανών υπηκόων στον άγριο εμφύλιο πόλεμο του Σουδάν φαίνεται να διευκολύνεται από ένα δίκτυο με διασυνδέσεις στη Zeuz Global, μια εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών έχει επιβάλει κυρώσεις σε άτομα που έχουν ταυτοποιηθεί ως διευθυντές αυτού του δικτύου, περιγράφοντάς τους ως Κολομβιανούς υπηκόους που διαμένουν στη Βρετανία, ηλικίας πενήντα ετών. Αυτές οι κυρώσεις ανακοινώθηκαν στις 9 Δεκεμβρίου, τονίζοντας τη διεθνή διάσταση αυτής της επιχείρησης μισθοφορίας. Η παράνομη στρατολόγηση φέρεται να οδήγησε στην ανάπτυξη πρώην Κολομβιανών στρατιωτών για να βοηθήσουν τις RSF σε σημαντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της φερόμενης κατάληψης της Ελ Φάσερ, μιας βασικής πόλης στο Σουδάν, η οποία είχε ως αποτέλεσμα σημαντική απώλεια ζωών, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για πάνω από 60.000 νεκρούς στην περιοχή μετά από αυτό το γεγονός. Η Zeuz Global, σε απάντηση στον έλεγχο, φαίνεται να έχει μετεγκαταστήσει την επιχειρησιακή της βάση, με νέα στοιχεία διεύθυνσης να εμφανίζονται στις 10 Δεκεμβρίου.
Αυτή η ανησυχητική τάση συμμετοχής Κολομβιανών υπηκόων σε ξένες συγκρούσεις εκτυλίσσεται στο πλαίσιο της επίμονης ανασφάλειας εντός της ίδιας της Κολομβίας. Μόλις πρόσφατα, το βράδυ της Πέμπτης, η ELN, η παλαιότερη εν ζωή ανταρτική φατρία της Νότιας Αμερικής, εξαπέλυσε μια εξελιγμένη επίθεση σε στρατιωτική εγκατάσταση κοντά στα σύνορα με τη Βενεζουέλα. Χρησιμοποιώντας drones και εκρηκτικούς μηχανισμούς, η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατο επτά Κολομβιανών στρατιωτών και τον τραυματισμό τουλάχιστον τριάντα ακόμη. Ο Υπουργός Άμυνας Πέδρο Σάντσεθ καταδίκασε σθεναρά την πράξη, δηλώνοντας: «Απορρίπτω κατηγορηματικά την τρομοκρατική ενέργεια της ELN με τη χρήση drones και την εκτόξευση εκρηκτικών μηχανισμών κατά μιας Στρατιωτικής Βάσης… με τη θλιβερή απώλεια 6 στρατιωτών μας και τουλάχιστον περίπου 28 τραυματίες στρατιώτες». Αυτό το βίαιο περιστατικό υπογραμμίζει την συνεχιζόμενη εύθραυστη κατάσταση των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ της κολομβιανής κυβέρνησης και της ELN, μιας ομάδας που διατηρεί σημαντική επιρροή σε ζωτικές περιοχές παραγωγής ναρκωτικών.
Το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο περιπλέκεται περαιτέρω από τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στον επίμονο αγώνα της Κολομβίας με την παραγωγή κοκαΐνης. Η Κολομβία παραμένει ο κορυφαίος προμηθευτής κοκαΐνης στον κόσμο, και ο Πρόεδρος Γκουστάβο Πέτρο, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος πρώην αντάρτης, έχει αντιμετωπίσει κυρώσεις από τις ΗΠΑ λόγω αντιληπτής ανεπαρκούς δράσης εναντίον οργανώσεων διακίνησης ναρκωτικών. Αυτή η διπλωματική πίεση προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας στις προσπάθειες της Κολομβίας να προωθήσει τόσο την εσωτερική σταθερότητα όσο και τη διεθνή εμπιστοσύνη. Η πρόσφατη βία, τόσο στα ξένα πεδία μάχης όσο και εντός των συνόρων της, ρίχνει μια μακρά σκιά στις φιλοδοξίες της Κολομβίας για διαρκή ειρήνη και ασφάλεια. Η διασύνδεση αυτών των συγκρούσεων, από την άμμο του Σουδάν μέχρι τις ζούγκλες της Κολομβίας, υπογραμμίζει τη διάχυτη και συχνά κρυφή φύση του σύγχρονου πολέμου και την εκμετάλλευση της πρώην στρατιωτικής εξειδίκευσης για δόλιους σκοπούς.