**Βρυξέλλες, Βέλγιο** – Σε μια κίνηση που σηματοδοτεί τη σιδηρά αλληλεγγύη της Ευρώπης, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσαν το πράσινο φως, μετά από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις, για τη χορήγηση ενός δανείου ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ουκρανία. Αυτή η οικονομική ανάσα αποσκοπεί στην ενίσχυση της σταθερότητας της χώρας που μαστίζεται από τον πόλεμο, την ώρα που οι διπλωματικές προσπάθειες για ειρήνευση σκοντάφτουν σε σοβαρά εμπόδια, με τις συζητήσεις υψηλού επιπέδου μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας να μην έχουν φέρει ουσιαστικές εξελίξεις.
Το πακέτο των 90 δισ. ευρώ, το οποίο η ΕΕ θα αντλήσει από τις κεφαλαιαγορές με την εγγύηση των δημοσιονομικών της αποθεμάτων, έρχεται να καλύψει τις πιεστικές οικονομικές ανάγκες της Ουκρανίας. Η Ουκρανή πρωθυπουργός, Γιούλια Σβιριντένκο, είχε ήδη επισημάνει τον κίνδυνο ελλείμματος ρευστότητας μέχρι την άνοιξη, υπογραμμίζοντας την επείγουσα φύση της εξωτερικής βοήθειας. Η αποπληρωμή του δανείου συνδέεται άρρηκτα με μελλοντικές αποζημιώσεις από τη Ρωσία, μια προϋπόθεση που αναγνωρίζει εμμέσως την ευθύνη της Μόσχας για τις εκτεταμένες καταστροφές που έχει επιφέρει η σύρραξη. Η οικονομική αυτή δέσμευση αποτελεί ένα σημαντικό μέρος των εκτιμώμενων 137 δισ. ευρώ που χρειάζεται η Ουκρανία τα επόμενα δύο χρόνια, καλύπτοντας κρίσιμες χρηματοδοτήσεις τόσο για τον στρατό της όσο και για τις ζωτικές δημόσιες υπηρεσίες.
Παράλληλα, το Σαββατοκύριακο διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αντιπροσώπων, περιλαμβανομένων του ειδικού απεσταλμένου του Αμερικανού προέδρου, Στιβ Γουίτκοφ, και του γαμπρού του, Τζάρεντ Κούσνερ. Οι συνομιλίες αυτές, που αναμένεται να συνεχιστούν, είχαν ως στόχο τη διερεύνηση πιθανών οδών αποκλιμάκωσης των εχθροπραξιών. Ωστόσο, ένα καίριο σημείο διαφωνίας αναδείχθηκε αναφορικά με τη χρήση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για την ενίσχυση της Ουκρανίας. Οι συζητήσεις αυτές, όπως γίνεται κατανοητό, δεν κατέληξαν σε συμφωνία, με πηγές να υποδεικνύουν ότι ανησυχίες για πιθανές ρωσικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από το Βέλγιο, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στο αδιέξοδο.
Το γεωπολιτικό σκηνικό αυτών των εξελίξεων χαρακτηρίζεται από ένταση. Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, είχε επικρίνει δημόσια τις ενέργειες της ΕΕ την Παρασκευή, χαρακτηρίζοντας την οικονομική τους στήριξη ως πράξη απόπειρας κατάσχεσης. Αυτή η ρητορική υπογραμμίζει το βαθύ χάσμα μεταξύ της θέσης της Μόσχας και της συλλογικής αποφασιστικότητας της ΕΕ. Ο συνεχιζόμενος διάλογος, αν και περιγράφεται ως "εποικοδομητικός" από τον Ρώσο απεσταλμένο, Κιρίλ Ντμίτριεφ, παλεύει με θεμελιώδεις διαφωνίες που μέχρι στιγμής έχουν εμποδίσει τη διαμόρφωση ενός αμοιβαία αποδεκτού πλαισίου ειρήνης. Ένα φερόμενο ειρηνευτικό σχέδιο 20 σημείων κυκλοφορεί, με διάφορους Ουκρανούς, Ρώσους και Ευρωπαίους αξιωματούχους να φέρονται να διαπραγματεύονται, αν και οι λεπτομέρειές του και η πιθανότητα υιοθέτησής του παραμένουν αβέβαιες.
Η ουσιαστική οικονομική δέσμευση της ΕΕ προσφέρει μια πολυπόθητη ώθηση εμπιστοσύνης και πρακτικής υποστήριξης στην Ουκρανία, ενισχύοντας την ικανότητά της να αντέξει τη συνεχιζόμενη σύγκρουση. Ωστόσο, οι ναυαγημένες διαπραγματεύσεις σχετικά με τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία υπογραμμίζουν την περίπλοκη και συχνά επικίνδυνη φύση της διεθνούς διπλωματίας όταν αντιμετωπίζει μια τόσο βαθιά ριζωμένη γεωπολιτική κρίση. Οι επόμενες ημέρες θα αποκαλύψουν πιθανώς εάν ο συνεχιζόμενος διάλογος μπορεί να υπερβεί αυτά τα τρομακτικά εμπόδια και να κινηθεί προς μια επίλυση, ή εάν η σύγκρουση θα συνεχίσει να απαιτεί διαρκή εξωτερική παρέμβαση και ανθεκτικότητα από τον ουκρανικό λαό. Η κατάσταση παραμένει ρευστή, τονίζοντας την πολύπλοκη αλληλεπίδραση οικονομικής βοήθειας, διπλωματικών χειρονομιών και των διαχρονικών πραγματικοτήτων του πολέμου.