Με νομοθετική πράξη που σηματοδοτεί το οριστικό κλείσιμο ενός ιδιαίτερα επισφαλούς κεφαλαίου, η κυπριακή Βουλή ψήφισε την πλήρη κατάργηση του προγράμματος υπηκοότητας μέσω επένδυσης. Η απόφαση δεν αφήνει περιθώρια για επανεκκίνηση του σχεδίου και ταυτόχρονα θέτει μηχανισμό επανεξέτασης των χιλιάδων διαβατηρίων που είχαν ήδη εκδοθεί, σε μία προσπάθεια να «στήσει τάξη» σε ένα ζήτημα που δίχασε την πολιτική σκηνή και προκάλεσε έντονη ρήξη με τις ευρωπαϊκές αρχές.
Το λεγόμενο «Cyprus Investment Program» (CIP), που προσέφερε κυπριακή – και κατά συνέπεια ευρωπαϊκή – υπηκοότητα σε πλούσιους επενδυτές και τις οικογένειές τους, είχε μετατραπεί εδώ και χρόνια σε μόνιμη πηγή τριβών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με διαδικασία παράβασης έναντι της Κύπρου από το 2020, επέμενε ότι το πρόγραμμα υπονόμευε την αξιοπιστία της ιδέας της Ευρωπαϊκής υπηκοότητας. Εντός των συνόρων, το σκάνδαλο είχε πάρει διαστάσεις, με καταγγελίες για χαλαρούς ελέγχους και πολιτικές εκμεταλλεύσεις, αμαυρώνοντας βαθιά τη διεθνή φήμη του νησιού.
Ο νέος νόμος λειτουργεί διττά. Αφενός, αφαιρεί οριστικά από την κυβέρνηση την εξουσία να επαναφέρει οποιοδήποτε επενδυτικό μονοπάτι προς την υπηκοότητα. Αφετέρου, συστήνει ανεξάρτητη επιτροπή που θα ανατρέξει και θα επανεξετάσει τις ήδη χορηγηθείσες υπηκοότητες. Σε περίπτωση που κριθεί η ανάκλησή τους, οι ενδιαφερόμενοι θα ειδοποιούνται και θα έχουν 60 ημέρες να προσφύγουν, με τις τελικές αποφάσεις να δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στη βουλευτική συζήτηση, το πρόγραμμα είχε πολιτογραφήσει περίπου 7.329 άτομα, εκ των οποίων 3.522 ήταν κύριοι επενδυτές.
Οι πολιτικές αντιδράσεις κατά τη συζήτηση αποτύπωναν το βαθύ χάσμα που δημιούργησε το πρόγραμμα. Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Άριστος Δαμιανός, υποστήριξε ότι «το πρόγραμμα ίσως άφησε κάποια θετικά στο ακτίσμα της οικονομίας, αλλά το πλήγμα στη δημοκρατία ήταν ανεπανόρθωτο». Η ανεξάρτητη βουλευτής Αλεξάνδρα Ατταλίδου τόνισε ότι η πρωτοβουλία ήταν «ξεκίνημα με λάσπη» και δομικά ευάλωτη σε πολιτικές παρεμβάσεις. Από την άλλη, βουλευτές του ΔΗΣΥ υπενθύμισαν τις οικονομικές εισροές της εποχής, αναδεικνύοντας τη διττή κληρονομιά μιας πολιτικής που τροφοδότησε τον κατασκευαστικό και τραπεζικό τομέα, αλλά άνοιξε τον δρόμο για κινδύνους διαφθοράς.
Παράλληλα, ο νόμος ενημερώνει τη διαδικασία χορήγησης τιμητικής υπηκοότητας, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό κανάνα για να τιμηθούν παιδιά Ελλήνων που έδωσαν τη ζωή τους το 1974, καθώς και διακεκριμένοι καλλιτέχνες που συνέβαλαν στο πολιτισμό του νησιού. Οι προτάσεις θα περνούν πλέον από την Αναπληρωτή Υπουργείο Πολιτισμού, σε μια διαδικασία πιο διαφανή και αξιοκρατική.
Η ψήφιση του νόμου σημαίνει μια συντονισμένη προσπάθεια της Κύπρου να κλείσει ένα τοξικό κεφάλαιο και να τακτοποιήσει τις διαφορές της με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ωστόσο, η πολιτική αποτίμηση απέχει πολύ από το ολοκληρωμένη. Οι συζητήσεις για την πλήρη λογοδοσία για τις alleged παλιές παρατυπίες και για την αντικειμενική ζύγιση των οικονομικών οφελών έναντι της φθοράς του κύρους παραμένουν ανοικτές. Η επανεξέταση, επιπλέον, χιλιάδων πολιτογραφήσεων προμηνύει μια περίπλοκη και δυνητικά δικαστική περιπέτεια, γεγονός που εγγυάται ότι οι ηχούς της εποχής των «χρυσών διαβατηρίων» θα αντηχούν ακόμα καιρό.