**Λευκωσία/Βρυξέλλες** – Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει στην πολυετή συζήτηση για το μέλλον των Βρετανικών Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας στην Κύπρο, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να εκδηλώνει την ετοιμότητά της να διευκολύνει τον διάλογο μεταξύ Λευκωσίας και Λονδίνου. Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά από την σθεναρή, σχεδόν αιχμηρή, δήλωση του Κύπριου Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος χαρακτήρισε τις βάσεις ως «αναχρονιστικό απομεινάρι αποικιοκρατίας». Οι τοποθετήσεις αυτές, που έγιναν στο περιθώριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες, προκάλεσαν άμεση και σθεναρή αντίδραση από την κυβέρνηση της Βρετανίας, η οποία επιμένει στην διαχρονική στρατηγική τους αναγκαιότητα.
Οι τελευταίες εξελίξεις υπογραμμίζουν την ολοένα και μεγαλύτερη απόκλιση στις αντιλήψεις για τον ιστορικό και σύγχρονο ρόλο των δύο βρετανικών εγκαταστάσεων. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, μιλώντας στην ευρωπαϊκή σύνοδο, εξέφρασε την πρόθεση της κυβέρνησής του για «ειλικρινή και ανοιχτή συζήτηση» με το Λονδίνο, τονίζοντας την παρουσία άνω των 10.000 Κυπρίων πολιτών εντός των ορίων των βάσεων. Η έκκληση αυτή για διάλογο προηγήθηκε της χαρακτηριστικής του περιγραφής των βάσεων ως «συνέπεια της αποικιοκρατίας», μια διατύπωση που προφανώς βρήκε απήχηση εντός της ΕΕ. Σε απάντηση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στα συμπεράσματα που υιοθέτησε αργά το βράδυ της Πέμπτης, δήλωσε επίσημα την προθυμία του να συνδράμει την Κύπρο σε αυτές τις επικείμενες διαπραγματεύσεις.
Η συζήτηση έχει λάβει σημαντική ώθηση από πρόσφατο χτύπημα με drone στην αεροπορική βάση του Ακρωτηρίου, ένα περιστατικό που αποδόθηκε σε ιρανικής κατασκευής οπλισμό. Αυτή η επίθεση όχι μόνο έχει εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά έχει παράλληλα δώσει νέα ώθηση στις κυπριακές εκκλήσεις για επανεξέταση της παρουσίας των βάσεων. Ωστόσο, το Υπουργείο Άμυνας της Βρετανίας παραμένει σταθερό στην θέση του. Ο Υπουργός Άμυνας Τζον Χίλι, ο οποίος επισκέφθηκε την Κύπρο νωρίτερα αυτό το μήνα, και ο Al Carns, Κοινοβουλευτικός Υφυπουργός Ενόπλων Δυνάμεων, έχουν δημόσια επιβεβαιώσει την αταλάντευτη δέσμευση της Βρετανίας στις βάσεις, θεωρώντας το μέλλον τους «αδιαπραγμάτευτο» λόγω της υψίστης σημασίας τους για την περιφερειακή και ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ο Stephen Doughty, Υπουργός Επικρατείας για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, επανέλαβε αυτή τη θέση κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο Ακρωτήρι, με στόχο να καθησυχάσει το προσωπικό και τις τοπικές κοινότητες. Δήλωσε: «Έχω απόλυτα δεσμευτεί σε αυτόν [στον Κύπριο ομόλογό μου]. Αυτές οι βάσεις είναι ζωτικής σημασίας για την ευρύτερη ασφάλεια σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και για την ευρωπαϊκή ασφάλεια… Είμαι πεπεισμένος ότι θα παραμείνουν». Αυτή η διαβεβαίωση, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα αισθήματα που εκφράζουν κυπριακές πολιτικές παρατάξεις, συμπεριλαμβανομένου του αντιπολιτευόμενου ΑΚΕΛ, του οποίου ο ηγέτης Στέφανος Στεφάνου έχει επαναλάβει τις ανησυχίες του Προέδρου Χριστοδουλίδη. Ακόμη και η τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση CTP, μέσω του αναπληρωτή ηγέτη Asim Akansoy, έχει εκφράσει προθυμία για διάλογο επί του θέματος, υποδεικνύοντας ευρύτερη κυπριακή συναίνεση για την έναρξη συζητήσεων.
Η προσφορά της ΕΕ για διαμεσολάβηση εισάγει μια πολυμερή διάσταση σε ένα ζήτημα που ιστορικά ήταν διμερές μεταξύ Κύπρου και Ηνωμένου Βασιλείου. Ενώ η Βρετανία διατηρεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί των βάσεων, που θεσπίστηκαν με τη Συνθήκη Εγκατάστασης του 1960, η Κύπρος, ως κράτος μέλος της ΕΕ, επιδιώκει προφανώς να αξιοποιήσει το διπλωματικό πλαίσιο της Ένωσης. Οι διαφορετικές οπτικές – η έμφαση της Βρετανίας στην στρατηγική αποτροπή και την επιχειρησιακή ικανότητα έναντι της εστίασης της Κύπρου στην κυριαρχία, τα δικαιώματα των πολιτών και την κληρονομιά της αποικιοκρατίας – υποδηλώνουν ότι οποιεσδήποτε μελλοντικές συζητήσεις θα είναι περίπλοκες και δυνητικά μακροχρόνιες. Το περιστατικό με το drone έχει αναμφίβολα φωτίσει τους εγγενείς κινδύνους ασφαλείας που συνδέονται με αυτές τις στρατηγικά τοποθετημένες εγκαταστάσεις, προκαλώντας μια ανανεωμένη εξέταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας και του αντίκτυπού τους.