Η δικαστική θύελλα γύρω από το όνομα του αμφιλεγόμενου χρηματιστή Τζέφρι Έπσταιν φτάνει πλέον στο κατώφλι του Λευκού Οίκου, αναγκάζοντας πρώην προέδρους και υπουργούς να δώσουν εξηγήσεις. Ο πρώην πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Μπιλ Κλίντον, κλήθηκε να καταθέσει κεκλεισμένων των θυρών στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, προκειμένου να αποσαφηνίσει τη σχέση του με τον εκλιπόντα «εγκέφαλο» του σεξουαλικού κυκλώματος.
Η κατάθεση του κ. Κλίντον, που έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη, λίγο έξω από την κατοικία του ζεύγους στο Τσάπακουα, ήρθε μετά από έντονες πιέσεις και την απειλή του προέδρου της Επιτροπής, Ρεπουμπλικάνου Τζέιμς Κόμερ, για αγωγή για περιφρόνηση του Κογκρέσου, καθώς αρχικά υπήρχε δισταγμός στην παροχή των απαραίτητων στοιχείων. Η έρευνα αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας του Κογκρέσου να χαρτογραφήσει το πολύπλοκο δίκτυο του Έπσταιν και να διερευνήσει την πιθανή συνενοχή τρίτων στις εγκληματικές του δραστηριότητες.
Ο κ. Κόμερ, πάντως, έσπευσε να διευκρινίσει ότι ούτε ο Μπιλ ούτε η Χίλαρι Κλίντον κατηγορούνται για οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση. Η πρώην Υπουργός Εξωτερικών είχε προηγηθεί με παρόμοια κατάθεση, δηλώνοντας επίσης άγνοια για τις παράνομες δραστηριότητες του Έπσταιν και ισχυριζόμενη ότι δεν τον θυμάται καν.
Η υπόθεση πήρε άλλη τροπή με τη δημοσιοποίηση εκατομμυρίων εγγράφων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ανάμεσα σε αυτά, ξεχωρίζουν φωτογραφίες του Μπιλ Κλίντον σε διάφορες περιστάσεις, με μία μάλιστα να τον απεικονίζει με άτομα των οποίων οι ταυτότητες είναι ασαφείς, και άλλη να τον τοποθετεί σε τζακούζι. Ο πρώην πρόεδρος, σύμφωνα με τις πληροφορίες, αναφέρθηκε σε αυτές τις εικόνες, επαναλαμβάνοντας την αθωότητά του και τονίζοντας ότι «δεν είδε τίποτα που να του κίνησε την υποψία» και «δεν έκανε τίποτα λάθος». Εξήγησε δε ότι η ικανότητα του Έπσταιν να αποκρύπτει τις παραβάσεις του για τόσο μεγάλο διάστημα είναι ο λόγος που η υπόθεση βρίσκεται τώρα στο προσκήνιο.
Η χρονική περίοδος που ο κ. Κλίντον συνδεόταν με τον Έπσταιν, ιδίως οι πτήσεις με το ιδιωτικό τζετ του τελευταίου, τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 2000, μετά την αποχώρηση του Κλίντον από τον Λευκό Οίκο και πριν την καταδίκη του Έπσταιν το 2008 για παιδεραστία. Αυτή η περίοδος έχει γίνει το επίκεντρο των ερευνών, με τους ανακριτές να προσπαθούν να κατανοήσουν την έκταση της επιρροής του Έπσταιν και την πιθανή συνενοχή των συνεργατών του.
Η δημοσιοποίηση των εγγράφων αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαφάνειας και στην παρότρυνση νέων μαρτύρων να παρουσιαστούν. Η έρευνα συνεχίζεται, με στόχο να φωτιστεί ο περίπλοκος ιστός σχέσεων που διατηρούσε ο Έπσταιν και να διασφαλιστεί ότι τέτοια ειδεχθή εγκλήματα δεν θα μένουν ατιμώρητα στο μέλλον.