**Ουάσιγκτον –** Σε μια απόφαση που αναμένεται να αφήσει εποχή και να επαναχαράξει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας και του διεθνούς εμπορίου, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών έβαλε οριστικό τέλος στην ανεξέλεγκτη χρήση δασμών από τον πρώην πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, βάσει του Νόμου περί Διεθνών Επείγουσων Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA). Η απόφαση, αποτελώντας ένα καίριο πλήγμα στις εμπορικές πολιτικές του προκατόχου του, έκρινε ότι η κυβέρνησή του είχε υπερβεί κατά πολύ την νομοθετική της εξουσιοδότηση, εισβάλλοντας ουσιαστικά στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Κογκρέσου. Σχεδόν αμέσως μετά την ετυμηγορία, ο κ. Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή νέων, παγκόσμιων δασμών 10%, σηματοδοτώντας την πρόθεσή του να παρακάμψει την απόφαση του δικαστηρίου μέσω εναλλακτικών οδών.
Η πλειοψηφούσα άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, γραμμένη από τον Αρχιδικαστή Τζον Ρόμπερτς, υπογράμμισε εμφατικά ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να ασκεί τόσο εκτεταμένη οικονομική εξουσία μονομερώς, χωρίς ρητή νομοθετική έγκριση. Το δικαστήριο επικαλέστηκε το δόγμα των «μεγάλων ερωτημάτων», μια αρχή που επιβάλλει σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο για εκτελεστικές ενέργειες που φέρουν σημαντικό οικονομικό και πολιτικό βάρος. Αυτό το δόγμα ενισχύει την διάκριση των εξουσιών, διασφαλίζοντας ότι οι θεμελιώδεις αποφάσεις πολιτικής, ειδικά αυτές που επηρεάζουν τεράστιους τομείς της οικονομίας και τις διεθνείς σχέσεις, παραμένουν στην αρμοδιότητα των εκλεγμένων αντιπροσώπων. Η προσφυγή κατά των δασμών είχε ξεκινήσει από έναν συνασπισμό επιχειρήσεων και δώδεκα πολιτειών των ΗΠΑ, κυρίως αυτές που διοικούνταν από δημοκρατικές κυβερνήσεις, οι οποίες υποστήριξαν ότι η ευρεία ερμηνεία του IEEPA από την εκτελεστική εξουσία αποτελούσε αντισυνταγματική υπέρβαση.
Ο κ. Τραμπ, ο οποίος είχε εξαπολύσει έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο κατά τη θητεία του, είχε συχνά χρησιμοποιήσει τους δασμούς ως ένα ισχυρό εργαλείο τόσο οικονομικής διαπραγμάτευσης όσο και εξωτερικής πολιτικής. Η δικαιολογία του Λευκού Οίκου για αυτές τις επιβολές βασιζόταν στον IEEPA του 1977, ένα νομοθέτημα που αρχικά αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση απειλών στην εθνική ασφάλεια μέσω στοχευμένων κυρώσεων. Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι η ευρεία εφαρμογή του νόμου από την κυβέρνηση για την επιβολή εκτεταμένων δασμών σε παγκόσμια κλίμακα υπερέβαινε κατά πολύ τον προοριζόμενο σκοπό του. Η απόφαση 6-3 επιβεβαίωσε τα ευρήματα ενός κατώτερου δικαστηρίου, ενισχύοντας τον ρόλο του δικαστικού κλάδου στην εξέταση εκτελεστικών ενεργειών που ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα νομικά όρια.
Η άμεση συνέπεια της απόφασης έχει σημαδευτεί από σημαντική οικονομική αβεβαιότητα. Η απόφαση δυνητικά ανοίγει τον δρόμο για επιστροφές δασμών δισεκατομμυρίων δολαρίων σε επιχειρήσεις και πολιτείες που επωμίστηκαν το βάρος αυτών των επιβολών. Αυτός ο οικονομικός απολογισμός, σε συνδυασμό με τις ευρύτερες επιπτώσεις για μελλοντικές προεδρικές εμπορικές ενέργειες, εισάγει ένα νέο επίπεδο πολυπλοκότητας στο παγκόσμιο εμπορικό τοπίο. Ενώ η διακήρυξη του δικαστηρίου περιορίζει την ικανότητα της εκτελεστικής εξουσίας να επιβάλλει μονομερώς τέτοιους δασμούς, η ταχεία ανακοίνωση ενός νέου δασμολογικού καθεστώτος από τον κ. Τραμπ υποδηλώνει μια αποφασιστικότητα να επιδιώξει εναλλακτικές νομικές οδούς. Οι επακόλουθες δηλώσεις του, εκφράζοντας βαθιά απογοήτευση για την αντιληπτή έλλειψη γενναιότητας του δικαστηρίου, αναδεικνύουν τις βαθιές ιδεολογικές διαιρέσεις γύρω από την ισορροπία εξουσίας μεταξύ των εκτελεστικών και δικαστικών κλάδων, και την αμφιλεγόμενη φύση της διεθνούς εμπορικής πολιτικής. Οι νομικές μάχες για πιθανές επιστροφές δασμών αναμένεται επίσης να είναι παρατεταμένες και περίπλοκες.