Μετά από χρόνια ακινησίας, το Κυπριακό ζήτημα μοιάζει να επανέρχεται στο προσκήνιο, σηματοδοτώντας ίσως ένα νέο, αν και ακόμη εύθραυστο, κύκλο προσπαθειών για την επίλυσή του. Η πρόσφατη διπλωματική κινητικότητα, που κορυφώθηκε με συναντήσεις σε Άγκυρα, Νέα Υόρκη και Ουάσινγκτον, υπογραμμίζει μια συντονισμένη περιφερειακή και διεθνή ώθηση για την εκμετάλλευση μιας πιθανής «παράθυρου ευκαιρίας» για ουσιαστικό διάλογο.
Η καρδιά των εξελίξεων χτύπησε στην Άγκυρα, με τη συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Πέρα από την επαναπροσέγγιση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την αντιμετώπιση των σύνθετων ζητημάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, συζητήθηκε και το άλυτο Κυπριακό. Ο κ. Μητσοτάκης τόνισε πως οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες αποτελούν μια βιώσιμη οδό επανέναρξης του διαλόγου, βασιζόμενες στα θεμέλια του 2017, της τελευταίας ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Ο κ. Ερντογάν, από την πλευρά του, εξέφρασε αισιοδοξία, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες αλλά υπογραμμίζοντας πως λύσεις είναι εφικτές υπό το διεθνές δίκαιο, με καλή θέληση από όλες τις πλευρές. Μεταξύ των δύο ηγετών φάνηκε να υπάρχει η κοινή πεποίθηση ότι η πρόοδος στις διμερείς σχέσεις θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο και για το Κυπριακό.
Παράλληλα, στη Νέα Υόρκη, ο κ. Γκουτέρες συναντήθηκε με τον νεοεκλεγέντα ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας, Τουφάν Ερχουρμάν. Η συνάντηση αυτή, λίγο μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου, θεωρείται ευρέως ως οιωνός ελπίδας και αναβαθμισμένων προσδοκιών για την επανένωση του νησιού. Η ενεργή δράση του Γενικού Γραμματέα, καθώς και η διπλωματία της Προσωπικής του Απεσταλμένης, Μαρίας Ανχέλας Χολγκίν, η οποία πρόσφατα επισκέφτηκε την Ουάσινγκτον για συνομιλίες με Αμερικανούς αξιωματούχους, αποδεικνύουν την πολυεπίπεδη προσέγγιση για αναζωογόνηση της ειρηνευτικής διαδικασίας.
Η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτή τη διπλωματική σκόνη φαίνεται να είναι η αναγνώριση ότι μια περίοδος σχετικής ηρεμίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορεί να δημιουργήσει ένα πιο πρόσφορο έδαφος για την αντιμετώπιση του χρόνιου Κυπριακού. Η ιδέα της διατήρησης «ήρεμων νερών» και η «θετική ατζέντα», εστιάζοντας σε τομείς συνεργασίας παράλληλα με τον πολιτικό διάλογο, μοιάζει να είναι η κατευθυντήρια αρχή. Επίσης, υπάρχει μια άρρητη κατανόηση ότι η πρόοδος στο Κυπριακό θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας, ενδεχομένως και την πορεία της ενταξιακής της διαδικασίας.
Ο δρόμος προς μια ολοκληρωμένη λύση παραμένει γεμάτος ιστορικές περιπλοκές και βαθιά ριζωμένες διαφωνίες. Ωστόσο, η παρούσα διπλωματική ορμή υποδηλώνει μια συλλογική επιθυμία να ξεπεραστεί το αδιέξοδο. Οι συντονισμένες προσπάθειες, που περιλαμβάνουν βασικούς περιφερειακούς παίκτες, τον ΟΗΕ και σημαντικούς διεθνείς εταίρους, υπογραμμίζουν τη διαχρονική σημασία του Κυπριακού. Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι για να φανεί αν αυτή η ανανεωμένη δέσμευση μπορεί να μεταφραστεί σε απτά βήματα προς μια διαρκή διευθέτηση και να διαμορφώσει ένα πιο σταθερό και συνεργατικό μέλλον για την Ανατολική Μεσόγειο.