**Λευκωσία, Κύπρος** – Στο στόχαστρο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας βρέθηκε μια αδιαφανής πώληση ακινήτου, η οποία, σύμφωνα με τις ενδείξεις, αφορά "γνωστό επιχειρηματία" και χαρακτηρίζεται από μια ιλιγγιώδη μείωση της τιμής, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την ορθότητα της συναλλαγής και την απάθεια των φορολογικών αρχών. Η έκθεση, που δόθηκε στη δημοσιότητα αυτή την εβδομάδα, αποκαλύπτει μια δραματική μείωση της τάξης των 8,5 εκατομμυρίων ευρώ στην τιμή πώλησης ενός ακινήτου μέσα σε μόλις έξι μήνες, πυροδοτώντας ανησυχίες για πιθανή φοροδιαφυγή και διάβρωση των δημοσίων εσόδων.
Το ακίνητο, για το οποίο γίνεται λόγος, αρχικά προοριζόταν για πώληση τον Δεκέμβριο του 2015, με συμφωνία αξίας 19,35 εκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, η συμφωνία αυτή ακυρώθηκε και, λίγους μήνες μετά, τον Ιούνιο του 2016, συντάχθηκε νέο συμβόλαιο για ένα ποσό κατά πολύ χαμηλότερο, 10,85 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτό αντιστοιχεί σε μια "τεράστια" μείωση της τάξης του 44% από την αρχική εκτίμηση. Η έρευνα του Γενικού Ελεγκτή έδειξε μια ανησυχητική έλλειψη τεκμηρίωσης για αυτή την "κατακόρυφη" πτώση της τιμής. Το χειρότερο είναι ότι δεν διενεργήθηκε ανεξάρτητη εκτίμηση για να δικαιολογηθεί η μειωμένη εμπορική αξία του περιουσιακού στοιχείου, ούτε δόθηκαν εξηγήσεις για αιφνίδιες μεταβολές στην αγορά ή για υποτιθέμενη μείωση της αξίας.
Η έκθεση του Γενικού Ελεγκτή εκφράζει "βαθύτατη απογοήτευση" για την παράλειψη του Τμήματος Φορολογίας να διερευνήσει αυτή τη συναλλαγή τη στιγμή που συνέβη. Οι ερευνητές δεν βρήκαν καμία σχετική πληροφορία στα φορολογικά αρχεία των εμπλεκόμενων εταιρειών που να εξηγεί το σκεπτικό πίσω από μια τόσο "γενναιόδωρη" έκπτωση. Η δομή της αναθεωρημένης συμφωνίας υποδείκνυε ότι οι πωλητές "θυσίαζαν" ένα σημαντικό ποσό χωρίς καμία εμφανή αντισταθμιστική ωφέλεια, ένα σενάριο που θα έπρεπε να είχε σημάνει "κόκκινο συναγερμό" για τις φορολογικές αρχές.
Οι συνέπειες αυτής της "παράλειψης" είναι πολλαπλές. Ο πωλητής, μέσω της καταγεγραμμένης ζημιάς 7,74 εκατομμυρίων ευρώ σε σχέση με την αξία του ακινήτου, η οποία προέκυψε από την μειωμένη τιμή πώλησης, κατάφερε να συμψηφίσει 4,45 εκατομμύρια ευρώ από τα φορολογητέα εταιρικά του κέρδη για το φορολογικό έτος 2016. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το κράτος ενδέχεται να στερήθηκε σημαντικά φορολογικά έσοδα, τόσο από τα εταιρικά κέρδη όσο και ενδεχομένως από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) που θα είχε επιβληθεί στην αρχική, υψηλότερη τιμή πώλησης. Τα ευρήματα του Γενικού Ελεγκτή υπονοούν ότι η αποδοχή μιας τιμής πώλησης που αποκλίνει τόσο "θεαματικά" από τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, χωρίς την κατάλληλη δικαιολόγηση, συνιστά "παράπτωμα" και υπονομεύει την ακεραιότητα του φορολογικού συστήματος.
Η έλλειψη διαφάνειας και δέουσας επιμέλειας γύρω από αυτή την πώληση ακινήτου έχει "ρίξει βαριά σκιά" στο ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τις μεγάλες εμπορικές συναλλαγές στην Κύπρο. Η έκθεση του Γενικού Ελεγκτή λειτουργεί ως μια "ψυχρή υπενθύμιση" για την επιτακτική ανάγκη για ισχυρή εποπτεία και προληπτική διερεύνηση από τις φορολογικές αρχές, προκειμένου να προστατευθούν τα δημόσια οικονομικά και να διασφαλιστούν δίκαιες φορολογικές εισφορές από όλες τις οντότητες, ανεξαρτήτως της "θέσης" τους. Οι επιπτώσεις αυτής της συγκεκριμένης υπόθεσης αναμένεται να έχουν "μακροχρόνιες συνέπειες", πυροδοτώντας εκκλήσεις για αυξημένο έλεγχο παρόμοιων συμφωνιών και επανεξέταση των διαδικασιών που είναι σε ισχύ για τον εντοπισμό και την αποτροπή της φορολογικής ατασθαλίας.