Lingua-News Cyprus

Language Learning Through Current Events

Friday, February 6, 2026
C1 Advanced ⚡ Cached
← Back to Headlines

Νερό: Ποτάμι η ανησυχία, λιγοστό το αισιόδοξο σενάριο

Με το καλοκαίρι να φέρνει μαζί του την αύξηση της ζήτησης, η Κύπρος αντιμετωπίζει εκ νέου το δυσάρεστο ενδεχόμενο των περικοπών στην υδροδότηση. Οι υφιστάμενες αποταμιεύσεις νερού, σε συνδυασμό με την ολοένα και αυξανόμενη ανάγκη, δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ανησυχίας. Οι αρχές, με περισσή ψυχραιμία – ή μήπως σκεπτικισμό; – έχουν ήδη ανακοινώσει ότι η ποσότητα νερού που θα διατεθεί για την κάλυψη των αναγκών του 2026 θα παραμείνει στα ίδια επίπεδα με το 2024. Μια ποσότητα, όμως, που υπολείπεται κατά περίπου 10% των πραγματικών απαιτήσεων του νησιού. Αυτή η διαφορά, όσο μικρή κι αν μοιάζει, υπογραμμίζει την επισφαλή κατάσταση και έχει οδηγήσει στη σύσταση μιας ειδικής ομάδας εργασίας, επιφορτισμένης με τη λεπτομερή διαχείριση των υπαρχόντων αποθεμάτων και τον περιορισμό του κινδύνου εκτεταμένων περιορισμών.

Η κυβερνητική στρατηγική για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου ελλείμματος νερού περιλαμβάνει μια πολυεπίπεδη προσέγγιση, με την επιβολή περιβαλλοντικού τέλους στην κατανάλωση νερού να παραμένει στην πρώτη γραμμή. Το τέλος αυτό, που εφαρμόζεται σταδιακά από το 2020, στοχεύει κυρίως στους μεγάλους καταναλωτές. Ωστόσο, η επιβολή του έχει προκαλέσει έντονη δυσφορία, ιδίως στον αγροτικό τομέα. Εκπρόσωποι αγροτικών επιτροπών και συνδικάτων έχουν εκφράσει σοβαρές ανησυχίες για την οικονομική επιβάρυνση που υφίστανται οι παραγωγοί, οι οποίοι δεν επωφελούνται από επίσημα αρδευτικά έργα.

Ιδιαίτερο σημείο τριβής αποτελούν οι αναδρομικές χρεώσεις για νερό που έχει αντληθεί από ιδιωτικές γεωτρήσεις. Μια νομοθεσία του 2017 άνοιξε τον δρόμο για την επιβολή αυτού του τέλους, και κάποιοι αγρότες καλούνται τώρα να καταβάλουν σημαντικά ποσά για νερό που έχουν χρησιμοποιήσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο Μιχάλης Λύτρας, επίτιμος πρόεδρος της Παναγροτικής Ένωσης Κύπρου (ΠΕΚ), τόνισε τον δυνητικά καταστροφικό αντίκτυπο αυτών των αναδρομικών απαιτήσεων. «Αν ένας αγρότης κατανάλωσε νερό που, για παράδειγμα, έπρεπε να πληρώσει 100 ευρώ, και μετά από 10 χρόνια του ζητηθεί ένα ποσό 1000 ευρώ, μπορεί να μην υπάρχει καμία δυνατότητα αποπληρωμής», δήλωσε ο κ. Λύτρας. Εξήγησε ότι, ενώ οι αγρότες ενδεχομένως να μπορούσαν να αντέξουν το αρχικό ποσό την εποχή της κατανάλωσης, οι τρέχουσες οικονομικές συνθήκες καθιστούν μια δεκαπλάσια αύξηση μη διαχειρίσιμη. Η ίδια η χρονική απόσταση που κάποιοι αγρότες αναγκάστηκαν να περιμένουν για αυτές τις οφειλές – έως και εννέα χρόνια σε ορισμένες περιπτώσεις – επιδεινώνει περαιτέρω το οικονομικό σοκ.

Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Γεωργίας, Ανδρέας Γρηγορίου, αναγνώρισε τη λεπτή ισορροπία που απαιτείται. Επιβεβαίωσε ότι η απόφαση για διατήρηση της κατανομής νερού του 2026 στα επίπεδα του 2024 ήταν στρατηγική, με στόχο την συνετή διαχείριση των αποθεμάτων. Η νεοσύστατη ομάδα εργασίας, με εκπροσώπους από το Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Η εντολή της περιλαμβάνει την προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων νερού και την εφαρμογή μέτρων για τη διασφάλιση δίκαιης κατανομής, με στόχο την αποφυγή της ανάγκης για δραστικές περικοπές.

Ωστόσο, η αγροτική κοινότητα παραμένει επιφυλακτική. Πολλοί αγρότες υποστηρίζουν ότι το περιβαλλοντικό τέλος, ιδίως όταν εφαρμόζεται αναδρομικά και χωρίς την ωφέλεια επιδοτούμενων αρδευτικών υποδομών, τους επιβαρύνει δυσανάλογα. Επίσης, βρίσκονται σε εξέλιξη έρευνες για πιθανές διοικητικές παραλείψεις ή λάθη στην εφαρμογή των κανονισμών που αφορούν την άντληση από ιδιωτικές γεωτρήσεις, γεγονός που υποδηλώνει ότι ορισμένες από αυτές τις αναδρομικές χρεώσεις ενδέχεται να υπόκεινται σε επανεξέταση. Ο συνεχιζόμενος διάλογος μεταξύ των αρχών και του αγροτικού τομέα είναι κρίσιμος, καθώς η Κύπρος διανύει την περίπλοκη πρόκληση της διασφάλισης του υδάτινου μέλλοντός της, εν μέσω αυξανόμενων περιβαλλοντικών πιέσεων και ανταγωνιστικών απαιτήσεων. Οι επόμενοι μήνες θα αποτελέσουν κρίσιμη δοκιμασία για την αποτελεσματικότητα των τρεχουσών στρατηγικών διαχείρισης υδάτων και την ικανότητα της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις εύλογες ανησυχίες των αγροτών της.

← Back to Headlines