**Η έκθεση του Γενικού Ελεγκτή αποκαλύπτει συστημικές αδυναμίες και εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση της δημόσιας γης.**
**Λευκωσία, Κύπρος** – Η Δασική Υπηρεσία της Κύπρου βρίσκεται αντιμέτωπη με σφοδρή κριτική, μετά την παρουσίαση μιας εκτενούς έκθεσης του Γενικού Ελεγκτή που φέρνει στο φως σοβαρές ελλείψεις στη διαχείριση των κρατικών δασικών εκτάσεων. Η ελεγκτική διαδικασία, η οποία κάλυψε την περίοδο 2018-2024, αποκάλυψε μια σειρά από παρατυπίες, ιδιαίτερα όσον αφορά την επέκταση μισθώσεων και τη μη είσπραξη εσόδων ύψους 1,3 εκατομμυρίων ευρώ, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την εποπτεία, την περιβαλλοντική προστασία και την οικονομική ευταξία του τμήματος.
Ο Γενικός Ελεγκτής, κ. Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, χαρακτήρισε τα ευρήματα «βαθιά ανησυχητικά», τονίζοντας την επιτακτική ανάγκη για ριζική αναθεώρηση των λειτουργικών πλαισίων της Υπηρεσίας. Η έκθεση παραθέτει περιπτώσεις όπου μισθώσεις κρατικής δασικής γης επεκτάθηκαν χωρίς επαρκή αιτιολόγηση ή τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών. Σε μια ιδιαιτέρως κραυγαλέα περίπτωση, που αφορά ένα πάρκο περιπέτειας στην κοινότητα Φοίνι, η τελική σύμβαση μίσθωσης αφορούσε έκταση διπλάσια από την αρχικά αιτηθείσα. Η εν λόγω σημαντική επέκταση, από 20.000 σε 40.000 τετραγωνικά μέτρα, φέρεται να εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, παρόλο που ο μισθωτής υπέβαλε επίσημη αίτηση για την αυξημένη έκταση μόλις το 2023, οκτώ χρόνια μετά την αρχική χορήγηση της μίσθωσης το 2015. Επιπλέον, ο μισθωτής παρέλειψε να υλοποιήσει κρίσιμες οικοδομικές υποχρεώσεις από το 2015 και μετά, μια παράλειψη που η Υπηρεσία φαίνεται να αγνόησε κατάφωρα.
Η ελεγκτική έρευνα επεκτάθηκε και σε άλλες ευαίσθητες οικολογικά περιοχές, όπως το Εθνικό Δασικό Πάρκο Μαχαιρά, μέλος του δικτύου Natura 2000. Εκεί, μίσθωση χορηγήθηκε σε σύλλογο χωρίς, σύμφωνα με τους ελεγκτές, να ληφθεί υπόψη η προστατευόμενη κυπριακή σαύρα, ένα είδος που είναι γνωστό ότι απαντάται στην περιοχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Υπηρεσία είχε προηγουμένως αναγνωρίσει την παρουσία του ερπετού στην περιοχή, ωστόσο η περιβαλλοντική έκθεση που υπέβαλε ο μισθωτής δεν ανέφερε τίποτα για την ευάλωτη άγρια ζωή. Η παράλειψη αυτή υποδηλώνει σοβαρή αποτυχία στις εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων και στην επιβολή πρωτοκόλλων προστασίας, ιδίως σε προστατευόμενες ζώνες.
Πέρα από τις διαδικαστικές και περιβαλλοντικές αστοχίες, οι οικονομικές επιπτώσεις αυτών των διαχειριστικών ατελειών είναι σημαντικές. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2023, η Ελεγκτική Υπηρεσία κατέγραψε πάνω από 1,3 εκατομμύρια ευρώ σε ανεξόφλητα έσοδα, με περίπου 1 εκατομμύριο ευρώ να οφείλεται απευθείας σε μισθώσεις κρατικών δασικών εκτάσεων. Τα ανεξείσπρακτα αυτά ποσά αποτελούν άμεση απώλεια για τα δημόσια ταμεία και εγείρουν ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα της Υπηρεσίας στη διαχείριση και την είσπραξη εσόδων. Η έκθεση επανεξέτασε επίσης συστάσεις προηγούμενου ελέγχου του 2017, διαπιστώνοντας ότι πολλές από τις προηγούμενες ανησυχίες δεν είχαν αντιμετωπιστεί επαρκώς, γεγονός που υποδηλώνει μια τάση αδράνειας ή ανεπαρκών ενεργειών εντός της Υπηρεσίας.
Η έκθεση του Γενικού Ελεγκτή καταλήγει με μια ξεκάθαρη σύνοψη των ευρημάτων της, τονίζοντας «την ανάγκη για ουσιαστική ενίσχυση των διαδικασιών μισθώσεων, της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, της εποπτείας και της οικονομικής διαχείρισης, καθώς και την υιοθέτηση διαφανών διαδικασιών για την κατανομή της κρατικής δασικής γης». Οι επιπτώσεις αυτών των αποκαλύψεων είναι μακροπρόθεσμες, επηρεάζοντας δυνητικά τη βιοποικιλότητα, διαβρώνοντας την εμπιστοσύνη του κοινού στη διαχείριση των ανεκτίμητων φυσικών πόρων και απαιτώντας μια αυστηρή επανεξέταση των δομών διακυβέρνησης και των μηχανισμών λογοδοσίας της Δασικής Υπηρεσίας. Η Υπηρεσία έχει παραδεχτεί την έλλειψη εγγράφων που να εξηγούν την επέκταση της μίσθωσης, δηλώνοντας: «Δεν υπάρχουν πρακτικά που να εξηγούν γιατί διπλασιάστηκε η έκταση», μια ειλικρινής παραδοχή που δεν κατευνάζει την αυξανόμενη ανησυχία του κοινού και της κυβέρνησης.