Οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Καράκας βρίσκονται σε ένα νέο, επικίνδυνο στάδιο, όπου οι στρατιωτικές συγκρούσεις, οι αμφιλεγόμενες τηλεφωνικές επικοινωνίες και οι αιφνιδιαστικές διακηρύξεις κλείνουν κάθε δυνατότητα διάλογου. Η κρίση, που έχει τις ρίζες της στις χρονιές κατηγορίες των ΗΠΑ για κρατική συμμετοχή στο ναρκεμπόριο, μετατρέπεται πλέον σε άμεση απειλή για την ευρύτερη σταθερότητα της Λατινικής Αμερικής, αναγκάζοντας ακόμη και το Κογκρέσο να ασκήσει πιο αυστηρό έλεγχο.
Η έκτακτη αντιναρκωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στις διεθνείς θάλασσες της Καραϊβικής, που ξεκίνησε νωρίς τον Σεπτέμβριο, αποτέλεσε το σπίθαγμα. Πενταγωνικά μέσα έχουν πραγματοποιήσει χτυπήματα εναντίον πλοίων ύποπτων για διακίνηση, με απολογισμό πάνω από ογδόντα νεκρούς. Η έκθεση της *Washington Post*, που υποστηρίζει πως μια από τις επιθέσεις στοχεύει επιζώντες πρώτης σύγκρουσης με εντολή του Υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, έριξε βενζίνη στη φωτιά. Στο Κογκρέσο, η συζήτηση για τα πλαίσια δράσης και τη νομιμότητα τέτοιων ενεργειών είναι πλέον φουντωτή.
Μέσα σε αυτό το κλίμα στρατιωτικής συσσώρευσης – που περιλαμβάνει και την αναμενόμενη άφιξη αεροπλανοφόρου τον επόμενο μήνα – η τηλεφωνική κλήση του Ντόναλντ Τραμπ στον Νικολάς Μαδούρο, νωρίτερα τον Οκτώβριο, ξάφνιασε τους πάντες. Ο Αμερικανός πρόεδρος, χαρακτηριστικά λακωνικός, δήλωσε: «Δεν θα έλεγα πως πήγε καλά ή άσχημα. Ήταν μια τηλεφωνική κλήση». Το περιεχόμενο παρέμεινε μυστικό, αλλά ήταν φανερό πως απέτυχε να χαλαρώσει τα πνεύματα.
Αντιθέτως, η ρητορική κλιμακώθηκε δραματικά το περασμένο Σάββατο, όταν ο Τραμπ, μέσω των κοινωνικών του δικτύων, εξαπέλυσε μια συνολική απειλή: «Προς όλες τις Αεροπορικές Εταιρείες, Πιλότους, Εμπόρους Ναρκωτικών και Διακινητές Μεταναστών, θεωρείστε ΟΛΟΚΛΗΡΟ τον εναέριο χώρο ΠΑΝΩ και ΓΥΡΩ από τη Βενεζουέλα ΚΛΕΙΣΤΟ». Αν και η Ομοσπονδιακή Διοίκηση Αεροπορίας είχε ήδη εκδώσει συστάσεις για τους εμπορικούς αερομεταφορείς, η ανακοίνωση του Τραμπ καταδικάστηκε αμέσως από το Καράκας ως «αποικιοκρατική απειλή». Η βενεζουελάνικη κυβέρνηση απάντησε αντιστρέφοντας τα δικαιώματα λειτουργίας έξι διεθνών αεροπορικών και διακόπτοντας τις πτήσεις απέλασης μεταναστών από τις ΗΠΑ.
Οι συνέπειες είναι άμεσες και βαθιές. Η πολιτική αεροπορία προς και από τη Βενεζουέλα έχει παραλύσει, παγιδεύοντας επιβάτες και απομονώνοντας περαιτέρω τη χώρα. Στο Κογκρέσο, διμερείς πιέσεις για διαφάνεια οδηγούν σε έρευνες ελέγχου για τη νομιμοποίηση των θαλάσσιων χτυπημάτων. Παράλληλα, αναλυτές εκτιμούν πως η Ουάσιγκτον σκέπτεται ένα ευρύτερο φάσμα επιλογών, συμπεριλαμβανομένων και μυστικών πληροφοριωτικών δραστηριοτήτων.
Αυτή η κλιμακούμενη αντιπαράθεση παρουσιάζει ένα γεωπολιτικό αίνιγμα. Οι ΗΠΑ δικαιολογούν τις ενέργειές τους ως απαραίτητη άμυνα έναντι δικτύων ναρκωτικών που, όπως ισχυρίζονται, προστατεύονται από το καθεστώς Μαδούρο. Η Βενεζουέλα, από την πλευρά της, καταδικάζει αυτές τις επιχειρήσεις ως πρόσχημα για επιθετικότητα και ανατροπή του καθεστώτος. Με στρατιωτικά μέσα να συγκεντρώνονται, τις γραμμές επικοινωνίας κομμένες και την πολιτική υποδομή εμπλεκόμενη στη διαμάχη, το μονοπάτι της διπλωματίας φαίνεται ολοένα και πιο απόκρημνο, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης και επικίνδυνης σύγκρουσης στη δυισφαιρική μας γειτονιά.