Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στο επίκεντρο ενός ιδιαίτερου παραδόξου όσον αφορά το μεταναστευτικό ζήτημα. Από τη μία, η κυβέρνηση προβάλλει με επιτυχία δραματικές πτώσεις στις αφίξεις, από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση την κατηγοριοποιεί ως «πρώτη γραμμή» υπό σημαντική πίεση. Και ενώ η πολιτική προσοχή εστιάζει στα σύνορα, στην ίδια την κυπριακή κοινωνία αναπτύσσεται σιωπηλά μια άλλη πραγματικότητα: αυτή των νόμιμων μεταναστών που αντιμετωπίζουν ανθρώπινες κρίσεις.
Τα επίσημα στοιχεία είναι εντυπωσιακά. Οι μη νόμιμες αφίξεις έχουν καταγράφει πτώση 87% φέτος, σε σχέση με το αίχμη του 2022. «Επιστρέφουμε ανθρώπους, απορρίπτουμε αιτήσεις ασύλου με αυστηρά κριτήρια. Ο έλεγχος είναι αποτελεσματικός», δηλώνει ο αναπληρωτής υπουργός Μετανάστευσης, Νικόλας Ιωαννίδης. Πράγματι, πάνω από 10.600 επιστροφές έχουν πραγματοποιηθεί μέσα σε δέκα μήνες. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κοιτάζει το μεγαλύτερο διάστημα και τη γεωγραφική ευαλωτότητα του νησιού, ειδικά μέσω της ουδέτερης ζώνης. Γι' αυτό και η Κύπρος συμπεριλήφθηκε στο προτεινόμενο μηχανισμό αλληλεγγύης «Solidarity Pool», που από το mid-2026 μπορεί να φέρει οικονομική ενίσχυση πάνω από 600 εκατομμύρια ευρώ και μετεγκαταστάσεις.
Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει στα στατιστικά των συνόρων. Στις πόλεις και τα σπίτια, χιλιάδες νόμιμοι μετανάστες, κυρίως από το Νεπάλ, ζουν προκλήσεις που σπάνια βρίσκουν χώρο στα πρωτοσέλιδα. Είναι κοντά στους 20.000, ως βοηθοί νοικοκυριού. Ο Επίτιμος Πρόξενος του Νεπάλ στη Λευκωσία, Δρ. Ραμ Τζιβάν Παντζιγιάρ, μιλάει ανοιχτά για μια «κακή πρακτική». Αναφέρει προβλήματα διατροφής, μη τήρηση ωραρίου, μη καταβολή μισθών και, το πιο οδυνηρό, ψυχικές κρίσεις που οδηγούν ακόμη και σε αυτοκτονίες.
«Κάποιος αγαπά και έχει πρόβλημα και αυτοκτονεί. Αγάπη, αγάπη, αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι πολύ επικίνδυνη», λέει ο Δρ. Παντζιγιάρ, περιγράφοντας μια σκοτεινή πλευρά της απομάκρυνσης. Το σύστημα, επισημαίνει, αποτυγχάνει να προστατεύσει: οι ασφαλιστικές πολιτικές δεν καλύπτουν την επαναπατρισμό των σορών σε τέτοιες περιπτώσεις, αφήνοντας τις οικογένειες ή το ίδιο το Νεπάλ να υποφέρουν οικονομικά και συναισθηματικά.
Έτσι, η Κύπρος περπατάει σε δύο παράλληλους ρεαλισμούς. Στον ένα, γεφυρώνει με επιτυχία το «κενό ασφαλείας» στα σύνορά της, επιδεικνύοντας αριθμούς που θυμίζουν νίκη. Στον άλλο, φιλοξενεί μια εργατική τάξη μεταναστών που ζει στην περιθωριοποίηση, με ανθρώπινες τραγωδίες να ξετυλίγονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Το ερώτημα που μένει είναι αν η πολιτική πρόταση για το μεταναστευτικό θα μπορέσει να αγκαλιάσει και αυτή τη διπλή πραγματικότητα, πέρα από τα νούμερα ελέγχου και τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις. Γιατί η πραγματική πρόκληση μπορεί να μην είναι μόνο στα σύνορα, αλλά και στην καρδιά της ίδιας της κοινωνίας.