Η Κύπρος βιώνει τις τελευταίες εβδομάδες έναν φονικό χορό της γρίπης, με τον αριθμό των θυμάτων να φτάνει τα δεκατρία, γεγονός που έχει σημάνει συναγερμό στις υγειονομικές αρχές. Παρά τη θλιβερή αυτή εξέλιξη, διαφαίνονται και κάποιες αχτίδες αισιοδοξίας, καθώς εκτιμάται πως η έξαρση των κρουσμάτων ενδέχεται να έχει φτάσει σε οριακό σημείο.
Ενώ η πλειονότητα των θανάτων αφορά ηλικιωμένους και άτομα με υποκείμενα νοσήματα, μια πρόσφατη απώλεια ενός 54χρονου άνδρα έχει θορυβήσει, υπογραμμίζοντας την απρόβλεπτη πλέον διάσταση του ιού, που φαίνεται να μην περιορίζεται στις παραδοσιακές ομάδες υψηλού κινδύνου. Το Υπουργείο Υγείας αναμένει την τελική επιβεβαίωση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) για να αποδώσει οριστικά όλους τους πρόσφατους θανάτους στον ιό της γρίπης.
Η περασμένη εβδομάδα υπήρξε ιδιαίτερα ανησυχητική, με έξι από τους δεκατρείς θανάτους να καταγράφονται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτή η απότομη αύξηση έρχεται να προστεθεί σε πέντε θανάτους το προηγούμενο Σαββατοκύριακο και έναν τη Δευτέρα, σκιαγραφώντας με δραματικό τρόπο τη σοβαρότητα της επιδημίας. Ο φετινός απολογισμός είναι σημαντικά υψηλότερος σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις δομές υγείας του νησιού. Τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας υγείας βρίσκονται υπό πίεση, αντιμετωπίζοντας αυξημένο διαγνωστικό και εργαστηριακό φόρτο λόγω της ευρύτερης έξαρσης των αναπνευστικών λοιμώξεων.
Παρ' όλα αυτά, οι αρμόδιοι εκφράζουν «επιφυλακτική αισιοδοξία» ότι το κύμα της επιδημίας έχει περάσει. Αυτό το αίσθημα ενισχύεται από την ισχυρή ανταπόκριση του κοινού στην εκστρατεία εμβολιασμού κατά της γρίπης. Ένα σημαντικό ποσοστό από τις διαθέσιμες 160.000 δόσεις εμβολίων έχει χορηγηθεί, με πάνω από 145.000 άτομα να έχουν εμβολιαστεί. Η προσέλευση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς το φετινό εμβόλιο εκτιμάται ότι προσφέρει πάνω από 55% αποτελεσματικότητα έναντι των κυρίαρχων στελεχών, μια επίδοση που κρίνεται αξιέπαινη, δεδομένης της ελαφρώς μειωμένης αποτελεσματικότητας ενός συγκεκριμένου υποστελέχους του ιού. Τα αντιιικά φάρμακα και τα διαγνωστικά υλικά παραμένουν επαρκή για τη διαχείριση των περιστατικών.
Ωστόσο, η ανησυχητική τάση δεν περιορίζεται στη γρίπη. Η ανταπόκριση στον εμβολιασμό κατά της COVID-19 παραμένει αισθητά χαμηλή, ένα φαινόμενο που οι υγειονομικοί αποδίδουν, εν μέρει, στην διστακτικότητα του κοινού που έχει εδραιωθεί μετά την παγκόσμια πανδημία. Αυτό το ευρύτερο πλαίσιο των αναπνευστικών λοιμώξεων υπογραμμίζει τη σημασία της συνεχούς επαγρύπνησης και τήρησης των συστάσεων δημόσιας υγείας.
Το Υπουργείο Υγείας έχει, προς το παρόν, αποκλείσει την ανάγκη για αυστηρότερα περιοριστικά μέτρα σε νοσοκομεία ή οίκους ευγηρίας. Η απόφαση αυτή, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη σταθεροποίηση της επιδημίας, υποδηλώνει την επιθυμία αποφυγής περαιτέρω διαταραχών στην κοινωνική και υγειονομική λειτουργία, εφόσον η παρούσα πορεία συνεχιστεί. Παρόλα αυτά, η πιθανότητα εμφάνισης ενός δευτερογενούς κύματος λοιμώξεων, ενδεχομένως από τα μέσα Φεβρουαρίου έως τις αρχές Μαρτίου, παραμένει στο τραπέζι, καθιστώντας αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση και ετοιμότητα. Τα πρόσφατα στοιχεία θνησιμότητας, ιδίως η απώλεια ενός νεότερου ατόμου, χρησιμεύουν ως μια ισχυρή υπενθύμιση ότι, ενώ ο εμβολιασμός παραμένει η ύψιστη άμυνα, ο ιός της γρίπης συνεχίζει να αποτελεί σημαντική απειλή, απαιτώντας συνεχή δέσμευση από τη δημόσια υγεία και προσήλωση σε στρατηγικές πρόληψης.