**Λευκωσία, Κύπρος** – Η συζήτηση για τα όρια και την εφαρμογή της κοινοβουλευτικής ασυλίας στην Κύπρο έχει αναζωπυρωθεί με δραματικό τρόπο, μετά από πρόσφατες καταγγελίες για βίαιη συμπεριφορά εις βάρος εν ενεργεία βουλευτή. Το περιστατικό αυτό έρχεται να ρίξει εκ νέου φως σε μια συνταγματική διάταξη που, κατά πολλούς, λειτουργεί ως ασπίδα για τους βουλευτές, προστατεύοντάς τους από την λογοδοσία για πράξεις που ουδεμία σχέση έχουν με τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα, πυροδοτώντας εκκλήσεις για άμεση και αποφασιστική τροποποίηση.
Η αφορμή για την τρέχουσα θύελλα είναι η περίπτωση του Νίκου Συκά, βουλευτή του ΔΗΣΥ, ο οποίος φέρεται να αντιμετωπίζει κατηγορίες ενδοοικογενειακής βίας από σύντροφό του. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο Γενικός Εισαγγελέας αναγκάστηκε να ζητήσει ρητή άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο για να προχωρήσει ακόμη και στην ανάκριση του κ. Συκά, ένα διαδικαστικό εμπόδιο που υπογραμμίζει την εκτεταμένη προστασία που παρέχει η κοινοβουλευτική ασυλία. Η αναγκαιότητα αυτή καταδεικνύει την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και σε τμήμα του πολιτικού κόσμου, ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προσφέρει στους βουλευτές αδιανόητο βαθμό ατιμωρησίας, καθιστώντας τους, στην πράξη, ανέγγιχτους από τον κοινό νόμο για προσωπικές παραπτωματικές συμπεριφορές.
Δεν πρόκειται για πρωτοφανές φαινόμενο. Τα χρονικά της κυπριακής κοινοβουλευτικής ιστορίας είναι γεμάτα από περιπτώσεις όπου το προνόμιο της ασυλίας έχει επιστρατευθεί για να παρεμποδιστούν έρευνες για φερόμενες παρατυπίες. Πρώην βουλευτές, όπως ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους και ο Γιώργος Περδίκης, έχουν κατά το παρελθόν μιλήσει ανοιχτά για την αντιληπτή κατάχρηση αυτής της προστασίας. Ο κ. Περδίκης, μάλιστα, είχε καταθέσει πρόταση για την αντιμετώπιση του ζητήματος από το 2012, σηματοδοτώντας ότι οι ανησυχίες για την υπέρβαση των ορίων του κοινοβουλευτικού προνομίου σιγοβράζουν για πάνω από μια δεκαετία. Παρόμοιες νομοθετικές προσπάθειες είχαν γίνει από τον πρώην υπουργό Ιωνά Νικολάου το 2016, με επακόλουθες τροποποιήσεις σε σχετική πρόταση νόμου το 2021, ωστόσο το θεμελιώδες συνταγματικό εμπόδιο παραμένει.
Η ουσία της διάταξης περί κοινοβουλευτικής ασυλίας, όπως είναι κατοχυρωμένη στο κυπριακό Σύνταγμα, αποσκοπεί στην προστασία των βουλευτών από αδικαιολόγητες πιέσεις ή εκφοβισμό κατά την εκτέλεση των επίσημων καθηκόντων τους, ιδίως κατά την έκφραση απόψεων ή την άσκηση ψήφου στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η λογική πίσω από αυτό είναι η διασφάλιση μιας εύρωστης κοινοβουλευτικής συζήτησης, απαλλαγμένης από εξωτερικούς καταναγκασμούς. Ωστόσο, η τρέχουσα ερμηνεία και εφαρμογή της ασυλίας επεκτείνεται σε όλες τις πράξεις που αναλαμβάνει ένας εν ενεργεία βουλευτής, απαιτώντας δικαστική έγκριση για οποιαδήποτε ποινική δίωξη, μια διαδικασία που πολλοί θεωρούν αναχρονισμό σε μια σύγχρονη δημοκρατία.
Οι επιπτώσεις αυτής της μακροχρόνιας συζήτησης είναι σημαντικές. Η Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων της Βουλής έχει υπάρξει συχνός τόπος διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων, όμως η ουσιαστική πρόοδος έχει συχνά ανακοπεί από την προτίμηση για περαιτέρω μελέτες ή την έλλειψη συναίνεσης ως προς την ακριβή φύση της συνταγματικής μεταρρύθμισης. Κάποιοι έχουν προτείνει συγκριτικές αναλύσεις για τον τρόπο διαχείρισης της κοινοβουλευτικής ασυλίας σε άλλες χώρες, μια πρόταση που συχνά αντιμετωπίζεται από τους επικριτές ως τακτική καθυστέρησης ουσιαστικής δράσης. Ο κίνδυνος, όπως τονίζουν οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης, είναι ότι χωρίς συνταγματική τροποποίηση που να περιορίζει την ασυλία αποκλειστικά στις κοινοβουλευτικές δραστηριότητες, οι βουλευτές θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν ένα de facto άλλοθι απέναντι στην λογοδοσία για ένα ευρύ φάσμα φερόμενων παραπτωμάτων, από τροχαίες παραβάσεις μέχρι πιο σοβαρές κατηγορίες.
Η επείγουσα ανάγκη για αλλαγή έχει ενισχυθεί από την αντίληψη της σπατάλης δικαστικών πόρων και την διάβρωση της δημόσιας εμπιστοσύνης. Η εμπλοκή του Ανώτατου Δικαστηρίου στην παροχή άδειας για τυπικές έρευνες θεωρείται από κάποιους ως περιττό βάρος. Καθώς η τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδος προχωρά, υπάρχει μια αισθητή πίεση για την αντιμετώπιση αυτής της συνταγματικής αδυναμίας πριν από το τέλος της τρέχουσας νομοθετικής περιόδου, ώστε να μην διαιωνιστεί ο κύκλος της συζήτησης και της αδράνειας, διατηρώντας ένα σύστημα που, στα μάτια πολλών, υπονομεύει τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου. Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι κρίσιμοι για να διαπιστωθεί εάν η Κύπρος μπορεί επιτέλους να συμφιλιώσει την ανάγκη προστασίας της κοινοβουλευτικής λειτουργίας με την επιτακτική ανάγκη για λογοδοσία όλων των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους, για τις πράξεις τους.