Μια σκιά πένθους σκέπασε το Χονγκ Κονγκ, που κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος μετά την καταστροφική πυρκαγιά που κατέκαψε ένα συγκρότημα δημοτικών κατοικιών, σαρώνοντας τις ζωές τουλάχιστον 128 ανθρώπων. Η πυρκαγιά στο συγκρότημα Wang Fuk Court, στην περιοχή Τάι Πο, φέρεται να είναι η πιο θανατηφόρα των τελευταίων ογδόντα ετών, αφήνοντας πίσω της μια πόλη σε κατάσταση σοκ και ένα δάκρυ που δεν στεγνώνει.
Η φωτιά, που άφησε τον τόπο της για σαράντα ώρες, ανέδειξε με τραγικό τρόπο τις ελλείψεις και τις παθογένειες. Για να τη νικήσουν, χρειάστηκε η προσφυγή σε μια γιγαντιαία επιχείρηση με περισσότερους από 2.000 πυροσβέστες. Όμως, οι εικόνες των καμένων πυλώνων, οι αναρίθμητες ζωές που χάθηκαν στο διάπυρο κολάσι και οι εκατοντάδες αγνοούμενοι –με 89 σώματα να μην έχουν ακόμα ταυτοποιηθεί– δείχνουν ότι η μάχη ήταν άνιση. Η τραγωδία, πέρα από το ανθρώπινο κόστος, αποτελεί και ένα μαρτύριο για τους συγγενείς, που μένουν να περιμένουν με την αγωνία στο λαιμό και την αβεβαιότητα να τους σφίγγει την καρδιά.
Σε ένδειξη πένθους, οι σημαίες στο Χονγκ Κονγκ και στην Κίνα υψώθηκαν μεσίστιες, ενώ έξω από την κυβερνητική έδρα πραγματοποιήθηκε τελετή, όπου ο Εκτελεστικός Διευθυντής Τζον Λι και άλλοι αξιωματούχοι τήρησαν λεπτό σιγής. Σε διάφορα σημεία της πόλης, οι κάτοικοι δημιούργησαν μνημόσυνα, αφήνοντας μηνύματα που μιλούσαν για τον πόνο τους. «Να χαίρεστε τον παράδεισο», έγραφε ένα χειρόγραφο σημείωμα, σε μια προσπάθεια να δώσει λίγη ανακούφιση στη θλίψη.
Ωστόσο, πίσω από το πένθος, η οργή και οι ερωτήσεις παίρνουν σάρκα και οστά. Οι αρχές έχουν ήδη αρχίσει τις έρευνες, με την Ανεξάρτητη Επιτροπή Καταπολέμησης της Διαφθοράς να συλλαμβάνει οκτώ άτομα για διαφθορά σχετικά με τις συμβάσεις ανακαίνισης του κτηρίου και άλλα τρία για ανθρωποκτονία. Σε μια ξεχωριστή, αλλά εξίσου σημαντική εξέλιξη, η αστυνομία συνέλαβε έναν φοιτητή, τον Miles Kwan, που συμμετείχε σε μια δημόσια αναφορά για πλήρη διερεύνηση της τραγωδίας. Η αναφορά, που συγκέντρωσε μαζική υποστήριξη, φέρνει στο προσκήνιο την επιθυμία των κατοίκων για αλήθεια και δικαιοσύνη, σε μια περίοδο που η εμπιστοσύνη προς τις αρχές φαίνεται να κλονίζεται.
Η καταστροφή στο Χονγκ Κονγκ αποτελεί ηχηρό συναγερμό για τα πρότυπα ασφαλείας των κτηρίων και την εφαρμογή των κανονισμών σε ένα από τα πιο πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα του κόσμου. Η χρήση εύφλεκτων υλικών, όπως πάνελ από πολυστυρένιο και πλαστικά δίχτυα σε μπαμπού, κατά την ανακαίνιση, φαίνεται να λειτούργησε ως επιταχυντής της φωτιάς, με αποτέλεσμα να ανοίγει η σημαντική συζήτηση για την ευθύνη. Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δυσκολότερη δοκιμασία: να αντιμετωπίσει τον οργανωτικό χαμό, να κατευνάσει το κοινό αίσθημα και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, διαβεβαιώνοντας ότι μια τέτοια τραγωδία δεν θα επαναληφθεί.
Σε ένα περιβάλλον όπου η Πεκίνη φέρεται να προειδοποιεί κατά οποιασδήποτε προσπάθειας εκμετάλλευσης της κατάστασης, το Χονγκ Κονγκ περπατά σε μια κορυφογραμμή, ανάμεσα στο συλλογικό πένθος και την επιθυμία για διαφάνεια. Η ανάγκη για απαντήσεις και δράση πιέζει, και η πορεία που θα ακολουθήσει η πόλη θα καθορίσει τόσο την πολιτική όσο και την κοινωνική της συζήτηση για τα επόμενα χρόνια.