Η Κύπρος βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας συζήτησης που μοιάζει ατέρμονη, αυτής της βουλευτικής ασυλίας. Η πρόσφατη υπόθεση του βουλευτή του ΔΗΣΥ, Νίκου Συκά, ο οποίος φέρεται να ενεπλάκη σε περιστατικό βίας με σύντροφό του, έχει λειτουργήσει ως πυροδότημα, φέρνοντας στην επιφάνεια την πάγια αυτή έγνοια και αναζωπυρώνοντας τα αιτήματα για μεταρρύθμιση.
Εδώ και σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια, η Βουλή των Αντιπροσώπων παλεύει να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην αναγκαία προστασία των κοινοβουλευτικών λειτουργιών και την αρχή της ίσης λογοδοσίας για όλους ενώπιον του νόμου. Το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο παρέχει στους βουλευτές σημαντικά περιθώρια, προστατεύοντάς τους από διώξεις για απόψεις ή ψήφους εντός της αίθουσας. Ωστόσο, επιβάλλει μια διαδικαστική δυσκολία: για να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον τους, απαιτείται η ρητή άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αυτό πρακτικά έχει δημιουργήσει ένα τείχος που καθυστερεί δραστικά την οποιαδήποτε άμεση αντίδραση σε περιπτώσεις κακοδικίας.
Η τωρινή κατάσταση, όπου ο Γενικός Εισαγγελέας καλείται να ζητήσει άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο για να εξετάσει έναν βουλευτή, όπως στην περίπτωση του κ. Συκά, αναδεικνύει την εγγενή πολυπλοκότητα και τις χρονοβόρες διαδικασίες του συστήματος. Αυτή η αγκύλωση έχει τροφοδοτήσει την κοινή γνώμη με δυσφορία και την αντίληψη ότι κάποιοι, τελικά, βρίσκονται υπεράνω του κοινού δικαίου. Περιστατικά στο παρελθόν, όπου βουλευτές επικαλέστηκαν την ασυλία τους για να αποφύγουν τις συνέπειες πράξεων – από ανείσπρακτες κλήσεις για παραβάσεις μέχρι κατηγορίες για δωροληψία – έχουν επιδεινώσει την ανησυχία του κόσμου και υπογραμμίζουν την επιτακτική ανάγκη για νομοθετική αναπροσαρμογή.
Η ιστορία των αποτυχημένων προσπαθειών αντιμετώπισης αυτού του ζητήματος μαρτυρά την δυσκολία του. Ήδη από το 2012, ο τότε βουλευτής Γιώργος Περδίκης είχε θέσει προς συζήτηση πρόταση για επανεξέταση του εύρους της ασυλίας. Το 2016, ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης, Ιωνάς Νικολάου, κατέθεσε νομοσχέδιο που στόχευε στον περιορισμό της ασυλίας αποκλειστικά στις δραστηριότητες που σχετίζονται άμεσα με τα βουλευτικά καθήκοντα. Παρότι το νομοσχέδιο επανεισήχθη με τροποποιήσεις το 2021, η συνολική νομοθετική διαδικασία έχει συστηματικά αποτύχει, με τις προτάσεις μεταρρύθμισης να «ναυαγούν» ή να παραγκωνίζονται.
Οι τρέχουσες συζητήσεις, κυρίως στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών και στην Επιτροπή Θεσμών, έχουν εξερευνήσει διάφορες οδούς. Έχει προταθεί ακόμη και η συγκριτική μελέτη των πρακτικών ασυλίας σε άλλες χώρες, αναζητώντας λύσεις σε διεθνή μοντέλα. Ωστόσο, η θεμελιώδης πρόκληση παραμένει: η συνταγματική αναθεώρηση, που αποτελεί τη βάση των διατάξεων περί ασυλίας, απαιτεί ευρεία πολιτική συναίνεση, η οποία μέχρι στιγμής αποδεικνύεται ανέφικτη.
Οι συνέπειες αυτής της παρατεταμένης αδράνειας είναι πολλαπλές. Πέρα από τον άμεσο αντίκτυπο στις ατομικές υποθέσεις, η αδιάκοπη συζήτηση για τη βουλευτική ασυλία διαβρώνει την εμπιστοσύνη του κοινού στη νομοθετική διαδικασία και καλλιεργεί μια αίσθηση αποξένωσης. Η αντίληψη ότι οι βουλευτές ενδέχεται να υπόκεινται σε διαφορετικά μέτρα και σταθμά από τους κοινούς πολίτες αποτελεί σοβαρή απειλή για τις δημοκρατικές βάσεις της χώρας. Καθώς η τρέχουσα κοινοβουλευτική θητεία προχωρά, η πίεση για επίλυση αυτού του ακανθώδους ζητήματος αυξάνεται, με πολλούς να τάσσονται υπέρ μιας συνταγματικής αναθεώρησης που θα οριοθετήσει οριστικά τα όρια του προνομίου και θα διασφαλίσει ότι η λογοδοσία παραμένει υψίστης σημασίας για όλους.