Η αεροπορική βιομηχανία, άλλοτε συνώνυμη της απόλυτης ασφάλειας και της τεχνολογικής πρωτοπορίας, βρίσκεται ξανά στο μικροσκόπιο, με την πρόσφατη ενημέρωση από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας Μεταφορών των ΗΠΑ (NTSB) να ρίχνει βαρύτατες σκιές στην Boeing. Το πόρισμα για τη μοιραία συντριβή ενός φορτηγού αεροσκάφους MD-11F της UPS στο Λούισβιλ του Κεντάκι, τον περασμένο Νοέμβριο, ενοχοποιεί μια δομική ευπάθεια στην βάση στήριξης του κινητήρα, ένα ζήτημα που η ίδια η Boeing είχε επισημάνει σε παλαιότερες περιπτώσεις.
Η έρευνα αποκάλυψε την ύπαρξη κατάγματα λόγω κόπωσης υλικού σε ένα κρίσιμο ρουλεμάν και το περίβλημά του, στοιχεία που αποδεικνύουν την σταδιακή υποβάθμιση της αντοχής του εξαρτήματος. Το τραγικό ατύχημα, που σημειώθηκε αμέσως μετά την προσπάθεια απογείωσης, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών μελών του πληρώματος και δώδεκα ανθρώπων στο έδαφος. Η λεπτομερής εξέταση του NTSB κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο άμεσος υπαίτιος της καταστροφής ήταν ο αποχωρισμός ενός από τους κινητήρες του αεροσκάφους από την πτέρυγα, μια εξέλιξη που αποδόθηκε ευθέως στα προαναφερθέντα κατάγματα.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, όμως, είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Περίπου δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, η Boeing είχε εντοπίσει παρόμοιες αστοχίες εξαρτημάτων σε τρία διαφορετικά αεροσκάφη. Τότε, η εταιρεία είχε εκδώσει μια οδηγία προς τους χειριστές των MD-11, προτείνοντας την ενσωμάτωση του εν λόγω εξαρτήματος στις περιοδικές οπτικές επιθεωρήσεις και την πιθανή χρήση τροποποιημένης διάταξης ρουλεμάν. Ωστόσο, το πιο σοκαριστικό είναι ότι η Boeing είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι τότε εντοπισμένες αστοχίες "δεν θα οδηγούσαν σε κατάσταση που να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια πτήσης".
Η τωρινή ανακάλυψη του NTSB έρχεται να αμφισβητήσει ευθέως αυτή την αρχική εκτίμηση, θέτοντας σοβαρά ερωτήματα για την επάρκεια των πρωτοκόλλων αξιολόγησης κινδύνου της Boeing και την αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων διορθωτικών μέτρων. Η υπόθεση αυτή αναμένεται να πυροδοτήσει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τις ευθύνες των κατασκευαστών αεροσκαφών στην εντόπιση, κοινοποίηση και διόρθωση πιθανών σχεδιαστικών ή κατασκευαστικών ελαττωμάτων, ιδίως όταν πρόκειται για παλαιότερους στόλους. Οι πλήρεις επιπτώσεις αυτής της έρευνας για την Boeing και την ευρύτερη αεροπορική βιομηχανία παραμένουν αδιευκρίνιστες, αλλά υπογραμμίζουν την υψίστη σημασία της αυστηρής εποπτείας και των προληπτικών μέτρων ασφαλείας.