Η ατμόσφαιρα στο Μπελέμ, όπου λαμβάνει χώρα η COP30, χαρακτηρίζεται από μια συγκρατημένη προσδοκία, η οποία έρχεται σε ευδιάκριτη αντίθεση με τις παλαιότερες, πιο φιλόδοξες διακηρύξεις. Η παγκόσμια συναίνεση για την ανάγκη ριζικής μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα, δέσμευση που είχε εδραιωθεί στην COP28, φαίνεται να βρίσκεται υπό σημαντική αναθεώρηση. Αυτή η μεταστροφή αποδίδεται κυρίως στις αυξανόμενες ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια και στη διαφαινόμενη συνειδητοποίηση ότι οι στόχοι μηδενικών εκπομπών έως το 2050 είναι ολοένα και πιο ανέφικτοι.
Η πρόσφατη αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμφωνία του Παρισιού, ένα γεγονός που υλοποιήθηκε νωρίτερα φέτος, ρίχνει βαριά σκιά στις εργασίες της συνόδου. Αξιωματούχοι της αμερικανικής διοίκησης θεωρούνται πλέον υπονομευτές των κλιματικών στόχων, ενώ η αποχώρηση αυτή, σε συνδυασμό με μια γενικότερη παγκόσμια τάση, έχει οδηγήσει σε αισθητή "αποδυνάμωση" των αρχικών κλιματικών φιλοδοξιών. Τα ανανεωμένα εθνικά σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα, που πλέον εστιάζουν στο ορίζοντα του 2035, παρουσιάζουν συχνά μειωμένη φιλοδοξία, σηματοδοτώντας μια απόκλιση από την επείγουσα, καθολική προσέγγιση στη μείωση των εκπομπών.
Η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτή την αναπροσαρμογή είναι πολυδιάστατη. Η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για ενέργεια, με τους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης να έχουν εκτοξευθεί περίπου στο 2% – ξεπερνώντας κατά πολύ τον μέσο όρο του 1,4% της προηγούμενης δεκαετίας – καθιστά αναγκαία τη συνεχιζόμενη, αν και ελεγχόμενη, αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των ορυκτών καυσίμων. Αυτή η πραγματιστική σκέψη επηρεάζει όλο και περισσότερο τις κυβερνητικές και εταιρικές αποφάσεις. Οι επιχειρηματικές συζητήσεις, άλλοτε επικεντρωμένες κυρίως σε δείκτες βιωσιμότητας, πλέον δίνουν προτεραιότητα στην ενεργειακή ασφάλεια και την προσιτότητα, αντανακλώντας την αυξανόμενη αντίληψη ότι η μετάβαση δεν μπορεί να επιδιωχθεί εις βάρος της άμεσης οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας.
Κατά συνέπεια, ο υπέρτατος στόχος του περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε καλά κάτω από τους 2°C, ένας αναθεωρημένος αλλά κρίσιμος στόχος, αναμένεται να κυριαρχήσει στη συζήτηση στην COP30, εκτοπίζοντας τον πιο φιλόδοξο στόχο των 1,5°C. Αυτή η προσαρμογή υπογραμμίζει την αυξανόμενη αναγνώριση ότι ο κόσμος είναι απίθανο να επιτύχει τους στόχους μηδενικών εκπομπών έως τα μέσα του αιώνα. Η αφήγηση εξελίσσεται σταδιακά από την αδιαπραγμάτευτη επιδίωξη της μείωσης των εκπομπών προς μια πιο σύνθετη προσέγγιση, που συχνά αποκαλείται "ενεργειακός πραγματισμός", ενσωματώνοντας την πολιτική και οικονομική ρεαλιστικότητα.
Οι επιπτώσεις αυτού του εξελισσόμενου τοπίου είναι σημαντικές. Οι προσδοκίες για απτά επιτεύγματα στην COP30 είναι, κατά συνέπεια, μετριοπαθείς, ένα συναίσθημα που αντανακλάται στην αισθητά μειωμένη παγκόσμια συμμετοχή του επιχειρηματικού κόσμου. Η έμφαση έχει μετατοπιστεί στη διασφάλιση της ανθεκτικότητας στην επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς ισχυρά και αξιόπιστα ενεργειακά συστήματα, οι μακροπρόθεσμοι στόχοι βιωσιμότητας τίθενται σε κίνδυνο. Η εποχή των "μειώσεων εκπομπών με κάθε κόστος" φαίνεται να υποχωρεί σε μια πιο γειωμένη, αν και δυνητικά πιο αργή, πορεία προς ένα μέλλον με χαμηλές εκπομπές άνθρακα, μια πορεία που αντιμετωπίζει τις άμεσες πραγματικότητες της παροχής ενέργειας και τις παγκόσμιες οικονομικές επιταγές.