Με την έλευση του νέου έτους, η Κύπρος παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη αντίθεση όσον αφορά το κατώτατο ημερομίσθιο, δημιουργώντας δύο διακριτούς οικονομικούς κόσμους. Ενώ η ελεύθερη Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε σε μια σταθερή αύξηση, οι κατεχόμενες περιοχές υιοθέτησαν μια πιο διστακτική προσέγγιση, η οποία έχει προκαλέσει έντονη αναταραχή μεταξύ των εργαζομένων και των συνδικάτων.
Στις αρχές του 2026, οι αρχές του ψευδοκράτους ανακοίνωσαν το νέο κατώτατο ημερομίσθιο, ορίζοντας το στα 60.618 τουρκικές λίρες για το πρώτο εξάμηνο του έτους. Αυτό το ποσό, κατά τη μετατροπή του σε ευρώ, ανέρχεται περίπου στα 1.237 μικτά και 1.076 καθαρά. Πολλοί εργαζόμενοι και συνδικαλιστές θεωρούν αυτό το ποσό ανεπαρκές, δεδομένης της ανεξέλεγκτης αύξησης του κόστους ζωής. Η απόφαση, η οποία εγκρίθηκε με πλειοψηφία στην αρμόδια επιτροπή μετά από εκτενείς διαβουλεύσεις, συνοδεύτηκε από ένα συμπληρωματικό επίδομα 12.000 τουρκικών λιρών, που αντιστοιχεί περίπου σε 245 ευρώ. Αυτό το επίδομα, το οποίο θα καταβληθεί στο μισό του ποσού προκαταβολικά για έξι μήνες, αφορά αποκλειστικά «πολίτες της ΤΔΒΚ» των οποίων οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται βάσει του κατώτατου μισθού. Οι αρμόδιες αρχές κάνουν λόγο για συνολική αύξηση 22,9%, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος.
Ωστόσο, η εν λόγω ρύθμιση προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τα εργατικά σωματεία του βορρά. Ο Αχμέτ Σερντάρογλου, πρόεδρος του συνδικάτου Hür-İş, χαρακτήρισε το ποσοστό αύξησης «γελοία χαμηλό», υπογραμμίζοντας ότι δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Τα συνδικάτα διεκδικούσαν μεγαλύτερη αύξηση, της τάξης του 18,39%, η οποία θα κάλυπτε καλύτερα τον πληθωρισμό. Το χάσμα μεταξύ των διεκδικήσεων και της τελικής απόφασης έχει οδηγήσει σε έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ εργοδοτών και κυβερνητικών εκπροσώπων, αφήνοντας τους εργαζόμενους με αισθήματα απογοήτευσης και παραγκωνισμού.
Αντίθετα, στην ελεύθερη Κύπρο, η προσέγγιση υπήρξε πιο μετρημένη και στρατηγική. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε την αύξηση του εθνικού κατώτατου μισθού. Από την 1η Ιανουαρίου 2026, ο κατώτατος μισθός για εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, οι οποίοι κατέχουν την ίδια θέση εργασίας για τουλάχιστον έξι μήνες, ορίστηκε στα 1.088 ευρώ μηνιαίως. Για τους νεότερους εργαζόμενους, το ποσό αυτό αυξήθηκε από 900 σε 979 ευρώ μηνιαίως. Αυτή η πολιτική αποσκοπεί στη διατήρηση της ισορροπίας, προσφέροντας ουσιαστική στήριξη στους χαμηλόμισθους, ενώ παράλληλα διασφαλίζει την απασχόληση και την διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει δεσμευτεί να διατηρήσει αυτούς τους μισθούς για μια διετία.
Οι αντίθετες οικονομικές στρατηγικές αναδεικνύουν το περίπλοκο οικονομικό τοπίο της Κύπρου, το οποίο περιπλέκεται περαιτέρω από την πολιτική διαίρεση του νησιού. Ενώ ο βορράς αντιμετωπίζει τις άμεσες συνέπειες της μισθολογικής του ρύθμισης, με νέες συνδικαλιστικές δράσεις και αυξανόμενη δυσαρέσκεια, ο νότος εστιάζει στη βιώσιμη οικονομική διαχείριση. Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτών των διαφορετικών πολιτικών για τις αγορές εργασίας, την κοινωνική πρόνοια και τη συνολική οικονομική ανάπτυξη σε ολόκληρο το νησί παραμένουν αντικείμενο έντονης παρακολούθησης.