**Λευκωσία, Κύπρος** – Το πολιτικό σκηνικό της Κύπρου βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή εξέλιξη, καθώς ο Γενικός Ελεγκτής ζήτησε την άμεση αναστολή της κρατικής χρηματοδότησης προς τα πολιτικά κόμματα για το τρέχον οικονομικό έτος. Αυτή η δραστική εισήγηση προκύπτει από την επίμονη άρνηση των κομμάτων να επιστρέψουν ένα σημαντικό ποσό, περίπου 2,1 εκατομμύρια ευρώ, δημόσιου χρήματος που τους είχε παραχωρηθεί το 2018. Η αρμόδια αρχή αναζητά πλέον νομική γνωμοδότηση από τον Γενικό Εισαγγελέα, με στόχο να διασφαλιστεί ότι τα προγραμματισμένα για το 2026 κονδύλια, ύψους 7 εκατομμυρίων ευρώ, θα συμψηφιστούν απευθείας με την οφειλή.
Η μακροχρόνια αυτή εκκρεμότητα έχει φτάσει σε κρίσιμο σημείο, ωθώντας τον Γενικό Ελεγκτή, κ. Ανδρέα Παπακωνσταντίνου, να κλιμακώσει τις προσπάθειές του. Μέσω επίσημης αλληλογραφίας, η οποία κοινοποιήθηκε στον αναπληρωτή διευθυντή της Βουλής, αρμόδιο για τους εσωτερικούς ελέγχους, καθώς και στην Πρόεδρο της Βουλής, κυρία Αννίτα Δημητρίου, εκφράστηκε η ξεκάθαρη θέση του γραφείου. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο Τύπου, κυρία Γιώτα Μιχαήλ, η παρέμβαση αποσκοπεί στην άσκηση "σημαντικής πίεσης" στα πολιτικά σχήματα, ώστε να διευθετήσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος.
Η στρατηγική του Ελεγκτή είναι διττή: αφενός, να "παγώσει" την άμεση χρηματοδότηση, δημιουργώντας έτσι μια απτή συνέπεια για το ανεξόφλητο χρέος, και αφετέρου, να θέσει ένα προηγούμενο για μελλοντικές οικονομικές συναλλαγές. Η πρόταση για αφαίρεση των 2,1 εκατομμυρίων ευρώ από τα 7 εκατομμύρια που προορίζονται για το 2026, αποτελεί μια πρακτική, αν και αμφιλεγόμενη, λύση. Εάν η πρόταση αυτή λάβει νομική έγκριση και υλοποιηθεί, θα επιλύσει το χρόνιο έλλειμμα, χωρίς να απαιτηθεί άμεση αποπληρωμή από τα ταμεία των κομμάτων, τα οποία μέχρι στιγμής αποδεικνύονται ανένδοτα.
Ωστόσο, η τελική απόφαση για τη διάθεση αυτών των κονδυλίων ανήκει στη Βουλή, ένα σώμα που λειτουργεί με σημαντική αυτονομία. Η κυρία Μιχαήλ επισήμανε αυτό το κρίσιμο σημείο, τονίζοντας: "Προφανώς η απόφαση ανήκει στη Βουλή, εάν θα εκταμιεύσει τα χρήματα, ή πώς, καθώς η Βουλή είναι ανεξάρτητη αρχή". Αυτή η επισήμανση υποδεικνύει μια πιθανή αδιέξοδο, καθώς η βουλευτική διακριτική ευχέρεια ενδέχεται να υπερισχύσει των συστάσεων του Ελεγκτή ή της μετέπειτα νομικής γνωμοδότησης του Γενικού Εισαγγελέα.
Η κατάσταση, λοιπόν, συνιστά μια σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ δημοσιονομικής λογοδοσίας, νομικών συμβουλών και κοινοβουλευτικής αρμοδιότητας. Οι επιπτώσεις αυτής της διαμάχης υπερβαίνουν τις άμεσες οικονομικές προεκτάσεις, αναδεικνύοντας μια δυνητική "γκρίζα ζώνη" σχετικά με το κατά πόσον ανεξάρτητες αρχές, όπως η Βουλή, υποχρεούνται νομικά να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις του Ελεγκτή και του Γενικού Εισαγγελέα. Ο κίνδυνος οριστικής απώλειας δημόσιων κονδυλίων παραμονεύει, διαβρώνοντας ενδεχομένως την εμπιστοσύνη του κοινού στην υπεύθυνη διαχείριση των χρημάτων των φορολογουμένων. Η αταλάντευτη στάση του Ελεγκτή υποδηλώνει αποφασιστικότητα στην αποτροπή ενός τέτοιου αποτελέσματος, όμως η πορεία προς τα εμπρός εξαρτάται από την προθυμία των κομμάτων να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις και την ετοιμότητα της Βουλής να δράσει αποφασιστικά. Οι επόμενες εβδομάδες αναμένονται καθοριστικές.