Μια λεπτομερής έρευνα του Ανωτάτου Ελεγκτικού Συνεδρίου έδειξε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του Δήμου Λεμεσού. Η έρευνα, που κάλυψε την περίοδο από το 2021 έως το 2024, αποκάλυψε μια κουλτούρα σπατάλης και παραβιάσεων των κανόνων, γεγονός που θέτει μεγάλα ερωτηματικά για τον έλεγχο και την ευθύνη στον δήμο.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο δήμος απέφευγε συχνά τις επίσημες οδηγίες όταν αμείβονταν οι υπάλληλοί του. Δώδεκα ημερομίσθιοι εργαζόμενοι πληρώνονταν με τρόπο που δεν τους άξιζε, παρόλο που οι νομικοί σύμβουλοι του δήμου το είχαν απαγορεύσει. Επίσης, κάποιοι υπάλληλοι που είχαν προσληφθεί ως τροχονόμοι μεταφέρθηκαν μόνιμα σε άλλες θέσεις με απόφαση του δημάρχου, χωρίς να ακολουθηθούν οι κανονικές διαδικασίες.
Τα οικονομικά προβλήματα δεν σταματούν εκεί. Τα χρήματα που πλήρωσε ο δήμος για υπερωρίες αυξήθηκαν κατακόρυφα – από 492.000 ευρώ το 2017, έφτασαν πάνω από 1,3 εκατομμύρια ευρώ. Ο έλεγχος για το αν οι υπερωρίες αυτές πραγματικά εργάστηκαν ήταν ανύπαρκτος. Εν τω μεταξύ, τα επιδόματα των υπαλλήλων αυξήθηκαν παράνομα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η περίπτωση ενός στελέχους που εισέπραξε 100.000 ευρώ σε υπερωρίες, ενώ ταυτόχρονα δεν χρησιμοποιούσε το σύστημα που καταγράφει τις ώρες εργασίας.
Ο δήμος προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτές τις πρακτικές, λέγοντας ότι είχε ανάγκη από υπερωρίες λόγω έλλειψης προσωπικού, ώστε να μην υποστούν ζημιά οι υπηρεσίες προς τους πολίτες. Οι ελεγκτές, ωστόσο, δεν δέχονται αυτή την εξήγηση. Αναρωτιούνται πώς γίνεται η έλλειψη προσωπικού να εξηγεί την πλήρη απουσία ελέγχων και τις τόσες παραβιάσεις κανόνων.
Αυτή η κατάσταση δείχνει ένα ευρύτερο πρόβλημα διακυβέρνησης. Φαίνεται ότι πολλές φορές οι πολιτικές γνωριμίες παίζουν σημαντικότερο ρόλο από την αξιοκρατία στις δημοτικές υποθέσεις. Αυτό ίσως εξηγεί γιατί το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε πράξεις που σε ένα οργανωμένο σύστημα θα είχαν σοβαρές συνέπειες.
Ο Δήμος Λεμεσού πρέπει να δώσει εξηγήσεις για όλες αυτές τις ανομαλίες μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου. Η υπόθεση έρχεται σε μια εποχή που οι πολίτες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοi για το πώς ξοδεύονται τα δημόσια χρήματα, ειδικά τώρα που τα πάντα είναι ακριβά. Δεν πρόκειται για ένα μοναδικό περιστατικό, αλλά για το σύμπτωμα μιας βαθύτερης αδιαφορίας που χρειάζεται άμεση λύση.