Η Μεγάλη Βρετανία έχει αναλάβει την πρωτοβουλία να προχωρήσει σε σημαντικές περικοπές στον προϋπολογισμό της για την αναπτυξιακή βοήθεια, ανακατευθύνοντας τους πόρους της σε άλλες προτεραιότητες. Αναμένεται ότι η αφρικανική ήπειρος θα επηρεαστεί δυσανάλογα από αυτές τις μειώσεις. Η κυβέρνηση, μέσω της Υπουργού Εξωτερικών, Liz Truss, ισχυρίζεται ότι αυτή η αλλαγή στρατηγικής δεν οφείλεται σε ιδεολογικούς λόγους, αλλά αποτελεί απάντηση στις αυξανόμενες διεθνείς απειλές και στην επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης των αμυντικών δαπανών. Ουσιαστικά, η χώρα θέτει την εθνική της ασφάλεια ως ύψιστη προτεραιότητα, αφήνοντας πίσω, φαινομενικά, μακροχρόνια αναπτυξιακά προγράμματα σε ορισμένες από τις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη.
Η απόφαση αυτή, η οποία έχει ήδη λάβει την έγκριση του κοινοβουλίου με ψήφο υπέρ μιας μείωσης 40% στην αναπτυξιακή βοήθεια, θα οδηγήσει σε περιστολή άνω των 6 δισεκατομμυρίων λιρών. Συγκεκριμένα, για τις αφρικανικές χώρες, η βρετανική βοήθεια αναμένεται να μειωθεί κατά ένα εντυπωσιακό 56% έως το οικονομικό έτος 2028-29, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν 900 εκατομμύρια λίρες λιγότερες. Αυτή η ριζική αλλαγή συνεπάγεται την αναθεώρηση προγραμμάτων ζωτικής σημασίας, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, με αβέβαιο το μέλλον της λειτουργίας τους στην τρέχουσα κλίμακα.
Ωστόσο, οι περικοπές δεν περιορίζονται μόνο στην Αφρική. Ακόμη και οι χώρες που ανήκουν στην G20 θα δουν τη χορηγούμενη βοήθεια να συρρικνώνεται, με την Τουρκία να αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση. Ακόμη και το αποθεματικό για άμεσες ανθρωπιστικές κρίσεις μειώνεται από 85 σε 75 εκατομμύρια λίρες, προκαλώντας ανησυχία σχετικά με την ικανότητα της Βρετανίας να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Η κυβέρνηση στοχεύει να διοχετεύσει το 70% της βοήθειας έως το 2029 σε χώρες που πλήττονται από αστάθεια και συγκρούσεις, όπως η Παλαιστίνη, το Σουδάν και η Ουκρανία.
Για χώρες όπως η Μοζαμβίκη και το Πακιστάν, η μετάβαση είναι δραματική. Η παραδοσιακή αναπτυξιακή βοήθεια θα αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από επενδυτικές συνεργασίες, κάτι που οι οργανώσεις βοήθειας φοβούνται ότι θα αφήσει ευάλωτους πληθυσμούς χωρίς την κρίσιμη, άμεση υποστήριξη που χρειάζονται. Το Αφγανιστάν, η Σομαλία και η Υεμένη θα συνεχίσουν να λαμβάνουν βοήθεια, αλλά αυτή θα κατευθύνεται πλέον μέσω πολυεθνικών οργανώσεων, γεγονός που πιθανόν να περιορίσει την άμεση επίδραση και τον έλεγχο.
Η αιτιολόγηση πίσω από αυτήν τη στροφή εστιάζει στην ανάγκη ενίσχυσης των αμυντικών δυνατοτήτων της Βρετανίας σε ένα ολοένα και πιο ασταθές παγκόσμιο περιβάλλον. Παρόλα αυτά, οι φωνές ανησυχίας δεν έχουν αργήσει να ακουστούν. Κριτικοί και παράγοντες του τομέα της βοήθειας εκφράζουν τον προβληματισμό τους για το κατά πόσον οι αναμενόμενες αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες θα υλοποιηθούν ταχέως και αν θα προκύψουν νέες δημοσιονομικές πιέσεις, υπονομεύοντας την ίδια την πειθαρχία που οι περικοπές στοχεύουν να επιτύχουν. Το διεθνές κύρος της Βρετανίας, το οποίο ανέκαθεν υποστήριζε την αναπτυξιακή βοήθεια, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση. Οι πιο απότομες περικοπές μεταξύ των χωρών της G7 αναμένεται να επιφέρουν μακροπρόθεσμες συνέπειες, τόσο για τις χώρες που λαμβάνουν τη βοήθεια, όσο και για τη θέση της Βρετανίας στις παγκόσμιες ανθρωπιστικές προσπάθειες.