Μια πρόσφατη έκθεση από τη διεθνή φιλανθρωπική οργάνωση Oxfam σκιαγραφεί μια ανησυχητική εικόνα των αυξανόμενων οικονομικών ανισοτήτων παγκοσμίως, αποκαλύπτοντας πρωτοφανή αύξηση στον αριθμό των δισεκατομμυριούχων και εντυπωσιακή αύξηση των συνολικών τους περιουσιών. Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν το 2025, υποδεικνύουν ότι οι κυβερνήσεις φαίνεται να ευνοούν τα συμφέροντα των πλουσιότερων έναντι των αναγκών των πολιτών, μια τάση που έχει προκαλέσει ευρεία δημόσια δυσαρέσκεια και κύμα διαμαρτυριών σε διάφορες χώρες.
Η ετήσια έρευνα της Oxfam, η οποία θεωρείται βαρόμετρο των παγκόσμιων οικονομικών τάσεων, επισημαίνει ότι ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων έχει πλέον ξεπεράσει τα 3.000 άτομα. Η συνδυασμένη καθαρή τους περιουσία έχει εκτοξευθεί στα 18,3 τρισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 81% ή 8,2 τρισεκατομμύρια δολάρια μόνο από το 2020. Αυτή η πρωτοφανής συσσώρευση πλούτου από μια μικρή ελίτ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους αγώνες που αντιμετωπίζουν δισεκατομμύρια άνθρωποι, οι οποίοι παλεύουν με το αυξανόμενο κόστος ζωής, τους στάσιμους μισθούς και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Οι συντάκτες της έκθεσης υποστηρίζουν ότι αυτή η αυξανόμενη συγκέντρωση πλούτου δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών επιλογών. Ο Max Lawson, συν-συγγραφέας της έκθεσης, δήλωσε ότι "Οι κυβερνήσεις παγκοσμίως κάνουν τη λάθος επιλογή· επιλέγουν να υπερασπιστούν τον πλούτο, όχι την ελευθερία. Επιλέγουν το κράτος των πλουσίων." Επεσήμανε δε ότι οι εύποροι αποκτούν όλο και μεγαλύτερη πολιτική δύναμη, ικανοί να διαμορφώνουν και να επηρεάζουν την πολιτική, τις κοινωνίες και τις οικονομίες. Αυτή η πολιτική επιρροή εκδηλώνεται μέσω προνομιακής φορολόγησης των εταιρειών και επιβολής μέτρων λιτότητας που πλήττουν δυσανάλογα κρίσιμους τομείς όπως η εκπαίδευση και η υγεία.
Οι συνέπειες αυτών των οικονομικών ανισορροπιών είναι εμφανείς. Οι παγκόσμιες προσπάθειες για την καταπολέμηση της φτώχειας και της πείνας έχουν, σύμφωνα με την έκθεση, ανακοπεί, με τους πολίτες να δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να καλύψουν βασικές τους ανάγκες. Η περίοδος από το 2020 μέχρι σήμερα έχει χαρακτηριστεί από αυξημένη κοινωνική αναταραχή. Νεανικές εξεγέρσεις έχουν σημειωθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, καθώς οι πολίτες εκφράζουν την απογοήτευσή τους για τη συστημική ανισότητα, τη διαφθορά, τη λιτότητα και την εκτεταμένη ανεργία.
Στην Κένυα, για παράδειγμα, οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν τον τελευταίο χρόνο, και μέχρι το 2024, τροφοδοτήθηκαν από κυβερνητικές πολιτικές που οδήγησαν σε περικοπές στους προϋπολογισμούς εκπαίδευσης και υγείας, ενώ παράλληλα χορηγήθηκαν φορολογικές απαλλαγές στις επιχειρήσεις. Η κοινωνική ακτιβίστρια Wanjira Wanjiru, μιλώντας από το Ναϊρόμπι, τόνισε τον άμεσο αντίκτυπο αυτών των πολιτικών. "Όταν τα σχολεία και τα νοσοκομεία μας στερούνται πόρων, ενώ οι πλούσιοι λαμβάνουν περισσότερες διευκολύνσεις, είναι σαφές πού βρίσκονται οι προτεραιότητες," δήλωσε, εκφράζοντας την άποψη πολλών που αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι.
Η ανάλυση της έκθεσης υποδηλώνει ότι οι κυβερνήσεις όχι μόνο αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν το αυξανόμενο χάσμα πλουσίων-φτωχών, αλλά το ενισχύουν ενεργά. Οι διαδηλώσεις που ζητούν μεγαλύτερη ισότητα και λογοδοσία συχνά αντιμετωπίζονται με βίαιη καταστολή, σε αντίθεση με την αντιληπτή επιείκεια προς την οικονομική ελίτ. Αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει σε αυξανόμενες κατηγορίες ότι πολλά έθνη κινούνται προς ένα ολιγαρχικό σύστημα, όπου οι λίγοι προνομιούχοι ασκούν δυσανάλογη εξουσία. Ο αυξανόμενος πλούτος των δισεκατομμυριούχων, σε συνδυασμό με την πολιτική τους επιρροή, συνιστά σημαντική πρόκληση για τη δημοκρατική διακυβέρνηση και την επιδίωξη μιας πιο δίκαιης παγκόσμιας κοινωνίας.