Η Κυπριακή Δημοκρατία προετοιμάζεται για την επανεμφάνισή της στις διεθνείς αγορές, σχεδιάζοντας την έκδοση ενός νέου, μακροπρόθεσμου κρατικού ομολόγου σε ευρώ. Η προγραμματισμένη λήξη του ομολόγου τον Ιανουάριο του 2036 υποδηλώνει μια στρατηγική επιδίωξη της κυπριακής κυβέρνησης για εξασφάλιση μακροχρόνιας χρηματοδότησης. Αυτή η κίνηση αποσκοπεί στην περαιτέρω ενίσχυση της πιστοληπτικής θέσης της χώρας στη διεθνή χρηματοοικονομική σκηνή, εφόσον οι συνθήκες της αγοράς κριθούν ευνοϊκές για την άμεση υλοποίηση της συναλλαγής.
Το Γραφείο Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, υπαγόμενο στο Υπουργείο Οικονομικών, έχει αναθέσει τη διοργάνωση αυτής της σημαντικής έκδοσης σε ένα ισχυρό συνδικάτο διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Συγκεκριμένα, οι παγκόσμιες τραπεζικές οντότητες Barclays, J.P. Morgan, Morgan Stanley και Société Générale έχουν οριστεί ως συντονιστές (joint lead managers), γεγονός που αναδεικνύει την εμπειρία τους σε αντίστοιχες εκδόσεις κρατικού χρέους. Η Τράπεζα Κύπρου θα συμμετέχει ως co-manager, συμπληρώνοντας την ομάδα. Το νέο ομόλογο θα ενταχθεί στο καθιερωμένο πρόγραμμα Euro Medium-Term Note (EMTN) της Κύπρου, παρέχοντας ένα ευέλικτο πλαίσιο για την προσέλκυση ευρύτερου επενδυτικού κοινού.
Η επικείμενη έκδοση του ομολόγου δεν αποτελεί απλώς μια χρηματοδοτική ενέργεια, αλλά σηματοδοτεί ξεκάθαρα την συνεχιζόμενη οικονομική ανάκαμψη της Κύπρου και την αυξανόμενη εμπιστοσύνη της στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας έχει παρουσιάσει αισθητή βελτίωση, γεγονός που έχει αναγνωριστεί από τους οίκους αξιολόγησης. Η Moody's αποδίδει στην Κύπρο αξιολόγηση A3 με σταθερή προοπτική, ενώ οι S&P και Fitch την αξιολογούν με A- και θετική προοπτική, υποδεικνύοντας πιθανές μελλοντικές αναβαθμίσεις. Αντίστοιχα, η DBRS την βαθμολογεί με A, επίσης με σταθερή προοπτική. Αυτές οι αξιολογήσεις αντικατοπτρίζουν ένα εύρωστο δημοσιονομικό περιβάλλον, το οποίο είναι ελκυστικό για επενδυτές που αναζητούν αξιόπιστα κρατικά χρέη.
Η απόφαση για έκδοση δεκαετούς ομολόγου υπογραμμίζει τον στρατηγικό στόχο για επιμήκυνση του μέσου όρου ωρίμανσης του εθνικού χρέους. Αυτή η προσέγγιση συμβάλλει στον μετριασμό των κινδύνων αναχρηματοδότησης και προσφέρει μεγαλύτερη δημοσιονομική προβλεψιμότητα. Με την άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές, η Κύπρος επιδιώκει τη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησής της και την επίτευξη ευνοϊκότερων δανειακών όρων. Η επιτυχία αυτής της έκδοσης αναμένεται να λειτουργήσει ως δείκτης της διάθεσης των επενδυτών για κυπριακό κρατικό χρέος, ανοίγοντας τον δρόμο για μελλοντικές δράσεις διαχείρισης χρέους.