Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται για ακόμη μία φορά στο επίκεντρο έντονης δημόσιας συζήτησης, η οποία αφορά το διαχρονικό ζήτημα της βουλευτικής ασυλίας. Η πρόσφατη υπόθεση όπου ένας βουλευτής φέρεται να εμπλέκεται σε περιστατικό βίας με σύντροφό του, πυροδότησε την επανεξέταση αυτής της πάγιας ανησυχίας, ανανεώνοντας τις εκκλήσεις για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Για σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια, το Κοινοβούλιο της χώρας προσπαθεί να βρει μια ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία να διασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκηση των κοινοβουλευτικών λειτουργιών, ενώ ταυτόχρονα να εδραιώνει την αρχή της ίσης λογοδοσίας για κάθε πολίτη ενώπιον του νόμου. Το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο παρέχει στους βουλευτές σημαντική προστασία, απαγορεύοντας διώξεις για εκφρασθείσες απόψεις ή ψήφους εντός της κοινοβουλευτικής αίθουσας. Ωστόσο, η διαδικασία ποινικής δίωξης εναντίον τους καθίσταται ιδιαίτερα περίπλοκη, καθώς απαιτείται η ρητή άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αυτή η συνθήκη έχει δημιουργήσει ένα πρακτικό εμπόδιο, επιβραδύνοντας σημαντικά την άμεση αντίδραση σε περιπτώσεις πιθανής κατάχρησης εξουσίας.
Η σημερινή κατάσταση, όπου ο Γενικός Εισαγγελέας καλείται να αιτηθεί άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο για την εξέταση ενός βουλευτή, όπως συνέβη στην πρόσφατη περίπτωση, αναδεικνύει την εγγενή πολυπλοκότητα και τις χρονοβόρες διαδικασίες του συστήματος. Η ακινησία αυτή έχει τροφοδοτήσει την κοινή γνώμη με έντονη δυσφορία και την αντίληψη ότι ορισμένοι ενδεχομένως να βρίσκονται υπεράνω του κοινού δικαίου. Στο παρελθόν, βουλευτές έχουν επικαλεστεί την ασυλία τους για να αποφύγουν τις συνέπειες διάφορων πράξεων, από ανείσπρακτες κλήσεις για τροχαίες παραβάσεις έως σοβαρότερες κατηγορίες, όπως η δωροληψία. Τέτοια περιστατικά έχουν επιδεινώσει την ανησυχία των πολιτών, υπογραμμίζοντας την επιτακτική ανάγκη για νομοθετική αναπροσαρμογή.
Η ιστορία των αποτυχημένων προσπαθειών για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος μαρτυρά την εγγενή του δυσκολία. Ήδη από το 2012, είχε τεθεί προς συζήτηση η πρόταση για επανεξέταση του εύρους της βουλευτικής ασυλίας. Ακολούθως, το 2016, είχε κατατεθεί νομοσχέδιο με στόχο τον περιορισμό της ασυλίας αποκλειστικά στις δραστηριότητες που σχετίζονται άμεσα με τα βουλευτικά καθήκοντα. Παρόλο που το νομοσχέδιο επανεισήχθη με τροποποιήσεις το 2021, η συνολική νομοθετική διαδικασία έχει αποτύχει συστηματικά, με τις προτάσεις μεταρρύθμισης να «ναυαγούν» ή να παραγκωνίζονται.
Οι τρέχουσες συζητήσεις, κυρίως εντός των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Νομικών και Θεσμών, έχουν διερευνήσει διάφορες πιθανές οδούς. Έχει προταθεί ακόμη και η συγκριτική μελέτη των πρακτικών ασυλίας σε άλλες χώρες, αναζητώντας λύσεις από διεθνή μοντέλα. Ωστόσο, η θεμελιώδης πρόκληση παραμένει: η συνταγματική αναθεώρηση, η οποία αποτελεί τη βάση των διατάξεων περί ασυλίας, απαιτεί ευρεία πολιτική συναίνεση, η οποία μέχρι σήμερα αποδεικνύεται ανέφικτη.
Οι συνέπειες αυτής της παρατεταμένης αδράνειας είναι πολλαπλές. Πέρα από τον άμεσο αντίκτυπο στις ατομικές υποθέσεις, η αδιάκοπη συζήτηση για τη βουλευτική ασυλία διαβρώνει την εμπιστοσύνη του κοινού στη νομοθετική διαδικασία και καλλιεργεί μια αίσθηση αποξένωσης. Η αντίληψη ότι οι βουλευτές ενδέχεται να υπόκεινται σε διαφορετικά μέτρα και σταθμά από τους κοινούς πολίτες αποτελεί σοβαρή απειλή για τις δημοκρατικές βάσεις της χώρας. Καθώς η τρέχουσα κοινοβουλευτική θητεία προχωρά, η πίεση για επίλυση αυτού του ακανθώδους ζητήματος αυξάνεται, με πολλούς να τάσσονται υπέρ μιας συνταγματικής αναθεώρησης που θα οριοθετήσει οριστικά τα όρια του προνομίου και θα διασφαλίσει ότι η λογοδοσία παραμένει υψίστης σημασίας για όλους.